Τετάρτη 24 Νοεμβρίου 2010

Η Μάνα Αράχνη

Έχω καιρό να δημοσιεύσω κάτι... να λοιπόν ένα μικρό φρικτό δώρο για όποιον μπορεί να διαβάζει ετούτες τις ιστορίες.
 
Η Αριάδνη περπάτησε περιμετρικά στη σπηλιά, επιθεωρώντας, ψάχνοντας για τρύπες. Όπου έβρισκε, σταματούσε κι επισκεύαζε το πλεκτό μηχανικά.
Όταν τελείωσε, στάθηκε να επιθεωρήσει το έργο της. Ήταν αψεγάδιαστο, όπως πάντα. Απλωνόταν κάτω από τα πόδια της, μεταξένιο, διάφανο, μα ταυτόχρονα γερό σαν καραβόπανο. Πάντα της έδινε ικανοποίηση να το κοιτάζει. Άλλωστε με αυτό ασχολούνταν την περισσότερη μέρα. Το είχε επεκτείνει πολύ τον τελευταίο καιρό, έπιανε πια ολόκληρη τη σπηλιά. Πρέπει να υπάρχει χώρος και για τα παιδιά, είχε σκεφτεί.
Γύρισε το βλέμμα της προς την είσοδο. Ακριβώς μπροστά της βρίσκονταν ακόμα τα λιωμένα απομεινάρια από δέρμα και οστά του πατέρα και συζύγου της. Τα κοίταξε με ένα ανεξήγητο, στιγμιαίο αίσθημα λύπης, που έδιωξε αμέσως.

Δε θα μπορούσε να είχε κάνει αλλιώς. Έπρεπε να είναι σίγουρη ότι τα παιδιά θα ήταν ασφαλή. Κι αυτός τριγυρνούσε όλο και πιο συχνά έξω από τη φωλιά, χαμογελώντας, δήθεν για “να τα δει πώς μεγαλώνουν”, κι όλο προσπαθούσε να μπει μέσα για να τα πλησιάσει, όταν αυτή δεν πρόσεχε. Η Αριάδνη όμως δε γινόταν να το αφήσει αυτό να συνεχιστεί. Δεν ήθελε να δει τα αυγά – γιατί να ήθελε να τα δει; Ήξερε το σκοπό του. Θα προσπαθούσε να τα σκοτώσει, ή να τα ξεφορτωθεί, ώστε να μπορέσει να ζευγαρώσει και πάλι μαζί της.
Ίσως να ήθελε να μπορούσε να του μιλήσει εκείνη την τελευταία φορά που τον είδε να στέκεται στην είσοδο, αλλά τα στοματικά της στελέχη ήταν ανίκανα να σχηματίσουν λέξεις και, αν και καταλάβαινε τα πάντα όταν ο σύζυγός της μιλούσε, εκείνη μπορούσε μόνο να βγάλει αδύναμες κραυγές, με τις ατροφικές φωνητικές χορδές που υπήρχαν στο σώμα της, σαν απομεινάρια - εξωτερικά δεν υπήρχε σχεδόν τίποτα ανθρώπινο πάνω της, πέρα από τα (δύο) μάτια και τον κόλπο της.
Προσπάθησε σπρώχνωντάς τον να του δείξει ότι έπρεπε να φύγει, ότι δεν τον ήθελε εκεί, αλλά αυτός έδειχνε αποφασισμένος και δεν ήθελε να καταλάβει. “Να τα δω μόνο θέλω, ένα λεπτάκι, και θα φύγω μετά αν θες”, είχε πει, ξεκινώντας να βαδίζει πάνω στο πλεκτό της, προς το μεγάλο μεταξένιο σάκκο στο βάθος. Τότε αυτή, τρέχοντας επιδέξια πάνω στα νήματα, τον πρόφτασε κι έχωσε τις σιαγώνες της στο λαιμό του.
Όταν σταμάτησε να χτυπιέται και να τρέμει, έχυσε το σάλιο της μέσα στο σώμα του. Τα ένζυμα έλιωσαν τη σάρκα του κι αυτή ρούφηξε τους υγρούς ιστούς. Τα αυγά δε θα αργούσαν να ανοίξουν κι έπρεπε να έχει τροφή για να δώσει στα μικρά της.

Πήγαιναν τρεις μέρες που τα μικρά είχαν έρθει στον κόσμο. Δεν είχαν πάρει τίποτα από τον πατέρα τους. Έμοιαζαν σαν τη μάνα τους σε σμίκρυνση – καφέ, τριχωτά, με τις σιαγώνες τους να κροταλίζουν αδιάκοπα.
Η Αριάδνη κοίταξε έξω, στο φωτεινό κόσμο που μέχρι πρότεινος δεν της επιτρεπόταν να βγει. Δεν υπήρχε πια κάποιος να τους φέρνει φαγητό και είχε αποφασίσει ότι ήταν καιρός να μεταφέρουν τη φωλιά τους έξω από τη σπηλιά. Πριν ξεκινήσει το καινούργιο της έργο, αποφάσισε να ρίξει άλλη μια ματιά στα παιδιά της. Προχώρησε προς το βάθος της σπηλιάς.
Άργησε να καταλάβει. Τα είδε να έρχονται όλα μαζί, χιλιάδες, προς το μέρος της και ένιωσε ότι θα ήθελε να χαμογελάσει, αν είχε χείλη. Και μετά ανέβηκαν όλα πάνω της, ένα χοροπηδηχτό, μαλλιαρό κοπάδι που κροτάλιζε κι ένιωσε το σώμα της να παραλύει από το δηλητήριο κι ύστερα, πριν καν να πεθάνει, το σάλιο τους άρχισε να μετατρέπει τη σάρκα της σε πολτό.

Κυριακή 3 Οκτωβρίου 2010

Ώχρα

Οι θεοί της Κομάλα δε σε αφήνουν να ησυχάσεις. Σκληροί και ανελέητοι, παίζουν στα δάχτυλα τους υπηκόους τους, κοιτώντας τους από ψηλά, για δικούς τους, άγνωστους λόγους. Γι' αυτό κάθε κάτοικος της Κομάλα κουβαλάει και μια κατάρα. Μια κατάρα, διαφορετική για τον καθένα, που όμως αναπόφευκτα τον οδηγεί να καταστρέφει ό,τι αγγίζει, να μισεί ό,τι αγαπάει, να φτάνει ίσως μέχρι την πηγή της ευτυχίας και μετά να κατρακυλάει αδυσώπητα πίσω στα απόκρημνα βάραθρα που ανέβηκε για να φτάσει ως εκεί.
Κι έτσι οι κάτοικοί της ζουν μόνοι τους, μακριά ο ένας από τον άλλον, κρυμμένοι μέσα σε δάση, βουνά και πλάι στη θάλασσα και οι επαφές μεταξύ τους είναι μόνο οι απολύτως απαραίτητες. Διανύουν μεγάλες αποστάσεις για να ανταλλάξουν κάποια προϊόντα, να μάθουν νέα, να πουν ίσως και μια-δυο ανθρώπινες κουβέντες και μετά παίρνουν το δρόμο πίσω προς τη μοναξιά τους. Στα μισά κάθε μήνα και κάθε που έχει πανσέληνο, συναντιούνται, όσοι θέλουν, και οργανώνουν όργια. Έτσι μόνο έχουν καταλάβει πια ότι μπορούν να χορτάσουν τις ορέξεις τους και να διαιωνίσουν το δυστυχισμένο είδος τους, αποφεύγοντας οποιουδήποτε είδους δέσιμο μεταξύ τους, που ξέρουν ότι θα οδηγήσει στην καταστροφή. Γι΄ αυτό και η Κομάλα είναι ένας τόπος σκοτεινός και άγονος, ένας τόπος που ποτέ δε θα καταφέρει να πετύχει κάτι που θα κάνει τους ανθρώπους να τη μνημονεύουν.

Νομίζουμε ότι ο κόσμος είναι όπως τον βλέπουμε. Και πως ό,τι βλέπουμε εμείς, είναι αυτό που βλέπουν και οι άλλοι, κι ό,τι ακούμε εμείς, είναι ίδιο με αυτό που ακούν οι άλλοι. Επειδή, αν εμείς ονομάσουμε κάτι, για παράδειγμα, “κόκκινο”, και ρωτήσουμε τον διπλανό μας, θα συμφωνήσει κι αυτός, πιστεύουμε ότι μιλάμε για το ίδιο πράγμα – δεν καταλαβαίνουμε ότι το κόκκινο είναι βεβαίως κόκκινο και για τους δύο, αλλά το κόκκινο που βλέπουμε εμείς και το κόκκινο που βλέπει αυτός είναι πολύ, μα πολύ διαφορετικά.
Ο κόσμος της Ώχρας είναι θλιβερός και κατάμαυρος. Εκεί που κάποιος βλέπει ένα φθινοπωρινό τοπίο, σαγηνευτικά μελαγχολικό, η Ώχρα βλέπει σκοτεινά, μαύρα δέντρα που ρουφάνε το θάνατο με τις ρίζες τους, χρόνο με το χρόνο. Αντί για ένα πολύχρωμο χαλί από πεσμένα φύλλα, βλέπει σήψη, παρακμή και σκουλήκια που βόσκουν από κάτω τους. Αντί για μια αιθέρια μουσική, ακούει ένα συριχτό τσίριγμα, σαν το κλάμα βασανισμένου. Κι αντί για μια ευγενική ψυχή, θα δει έναν απωθητικό και ύπουλο ψεύτη.
Αλλά οι θεοί της Κομάλα δεν ήταν τόσο σπλαχνικοί μαζί της. Γιατί την άφησαν να μπορεί να διακρίνει κάποια φωτεινά ψήγματα ομορφιάς, να ξεχωρίζει ένα εκτυφλωτικό άλικο λουλούδι ανάμεσα στα νεκρά φύλλα και τα πεσμένα σάπια κλαδιά. Να μπορεί να θαυμάσει ένα ρυάκι να αστράφτει κάτω από το φως του πρωινού και να ακούσει το κελάρυσμά του. Να μπορεί να δακρύσει μπροστά σε γαλάζια μάτια και να νιώσει την ομορφιά του πόνου.
Γιατί το Κακό χωρίς το Καλό, η θλίψη χωρίς τη χαρά και η ασχήμια χωρίς την ομορφιά δε σημαίνουν τίποτα. Σαν θάνατος δίχως ζωή.
Λένε ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τους θεούς. Πόσο μάλλον από τους άσπλαχνους θεούς της Κομάλα. Η Ώχρα όμως, πού και πού τα καταφέρνει.
Γιατί η Ώχρα έχει μια κρυμμένη ζωή, εκεί που ούτε άνθρωποι, αλλά ούτε και θεοί μπορούν να την φτάσουν. Μέσα στην ατέλειωτη μοναξιά της, η Ώχρα καταφέρνει και γίνεται κάποια άλλη. Κλείνει τα παράθυρα ερμητικά, σφαλίζει τα ξύλινα παντζούρια, σβήνει τα κεριά και, τυφλή πια, βλέπει τον κόσμο που θέλει να δει. Βλέπει την Ώχρα που θα μπορούσε να είχε γίνει, αν δεν είχε καταδικαστεί να γεννηθεί στον τόπο εκείνο. Και καμιά φορά κλαίει.

Μια πένθιμη γκρίζα ανατολή φάνηκε στο ανοιχτό παράθυρο δίπλα στην είσοδο. Πλησίασε, ξύπνια από ώρα τώρα, και μύρισε τον παγερό αέρα του πρωινού. Άνοιξε την πόρτα και βγήκε στην αυλή της, το χαμηλό λοφάκι που χανόταν ανάμεσα στα κατάμαυρα έλατα.
Πήρε βαθιά ανάσα, γεμίζοντας τα πνευμόνια της παγωνιά. Λίγη λιγότερη ζωή, λίγος περισσότερος θάνατος. Έτσι της μύριζε πάντα ο πρωινός αέρας. Κάθε μέρα κι ένα μικρό βήμα προς το τέλος του δρόμου.
Πάντα έβγαινε χωρίς να ντυθεί κι άφηνε το αεράκι, απαλό, μα πάντα τσουχτερό, να χαϊδέψει το δέρμα της σαν σκουριασμένο σύρμα, ώσπου να νιώσει σαν να την γδέρνουν κι ώσπου τα μάτια της να δακρύσουν και τα δάκρυά της να παγώσουν και γίνουν μικρές κρυστάλλινες μπίλιες στις άκρες τους κι ώσπου τα γυμνά πόδια της να αρχίσουν να καίγονται, λες και πατούσε πάνω σε κάρβουνα. Μετά έμπαινε μέσα, τυλιγόταν με μια μάλλινη κουβέρτα και καθόταν μπροστά στο τζάκι, μέχρι που τα σωθικά της να ξαναγεμίσουν ζωή.
Κρύο και ζέστη. Θάνατος και ζωή. Μόνο έτσι κατάφερνε να γεμίσει τη ζωή της με μικρές χαρές και απολαύσεις. Μόνο έτσι ξεγελούσε καμιά φορά τον εαυτό της ότι άξιζε να συνεχίσει.

Οι θεοί της Κομάλα είναι τέσσερις: Ο Ορφ, ο κόκκινος θεός της πάθους και του μίσους. Ο μπλε θεός Γιαμπρ, του κρύου και της σήψης. Ο Κοντ ο Πράσινος, ο θεός της ζωής και της δυστυχίας. Ο Κίτρινος Μου, θεός της φωτιάς και του πόνου.
Κι η κατάρα του κάθε κατοίκου της Κομάλα έχει μέσα της μια δόση από το δηλητήριο του καθενός τους. Άλλοι είναι περισσότερο καταραμένοι από τον Μου, άλλοι πιο δηλητηριασμένοι από τον Ορφ, μα όλοι τους είναι το ίδιο καταδικασμένοι.
Υπάρχει όμως κι ένας πέμπτος θεός, πιο φοβερός από όλους. Ο Μαύρος θεός, που δεν έχει όνομα, διαφεντεύει και τους τέσσερίς τους και λέγεται ότι αυτός είναι που αποφασίζει τη μοίρα του κάθε υπηκόου του.

Ένα γκριζωπό χιόνι, σαν στάχτη, έπεφτε απαλά, σκεπάζοντας τον κόσμο, λες και μόλις είχε συνέλθει από κάποια μεγάλη φωτιά. Η Ώχρα το κοίταζε από το παράθυρο να πέφτει, στροβιλιζόμενο στο παγερό αεράκι, που ούρλιαζε σαν ζώο που ψυχορραγεί μέσα από τις σανίδες, να καλύπτει το λοφάκι, να καλύπτει το μαύρο δάσος, να σκεπάζει και να παγώνει τους νεκρούς, ώστε να μη γλιτώσουν ποτέ, να μείνουν εκεί μέχρι που να δουν άλλη μια θλιβερή άνοιξη, με τα μπλαβιά, χτικιάρικα λουλούδια να προσπαθούν να δώσουν ζωή στο σάπιο χώμα.
Ρούφηξε τη μοναξιά της σε μια μακρόσυρτη αναπνοή και αναστέναξε.
Υπήρχαν φορές που λαχταρούσε να δει κάποιον να ανεβαίνει από το πέτρινο μονοπατάκι που είχε φτιάξει στην πλαγιά του λόφου, να της χαμογελάει και να μπαίνει μέσα να της κρατήσει συντροφιά.
Όπως με εκείνη την κοπέλα που έβλεπε μια στο τόσο, πάντα χαμογελώντας, ή εκείνον τον αδύναμο παππού που ερχόταν και πάντα μα πάντα της έλεγε πόσο όμορφη ήταν σήμερα και πως η ομορφιά τον έκανε να κρατιέται ακόμα στη ζωή. Κι αυτή τους καλούσε μέσα, έτρωγαν ή έπιναν κάτι, τους έδινε κρέας παστωμένο, ή παγωμένο στο σταχτί χιόνι και της έδιναν γι' αντάλλαγμα καρότα ή ψάρια.
Και καθόντουσαν μετά, καμιά φορά και οι τρεις μαζί, και προσπαθούσαν να μιλήσουν ανέμελα, παριστάνοντας πως οι πέντε θεοί της Κομάλα δεν τους παρακολουθούσαν καθισμένοι στον παγερό ουρανό. Κι όσο περνούσε η ώρα, το χαμόγελο της κοπέλας έμενε πάντα το ίδιο φωτεινό, μα όλο και πιο σπάνιο, και η Ώχρα άρχιζε να ρίχνει τη ματιά της μέσα στην ψυχή της, κι έβλεπε εκεί μια μαύρη καρδιά, σαν σβησμένο κάρβουνο, άκουγε την πονηριά και το ψέμα στα λόγια της κι έβλεπε την κακία πίσω από το πανέμορφο χαμόγελο. Και οι ρυτίδες του γέροντα στο τρεμουλιαστό φως του τζακιού την αρρώσταιναν, μύριζε τη σήψη στην αναπνοή του και στα κατακίτρινα δόντια του και τα κομπλιμέντα που της έκανε της προκαλούσαν αποστροφή.
Κι όμως, ήταν ό,τι κοντινότερο μπορούσε να πει πως είχε σε φίλους. Κι ας τους πετούσε κάθε φορά έξω, ανάμεσα σε ουρλιαχτά, με την ανάσα της μόλις που να βγαίνει από το στόμα, κι ας άκουγε κάθε φορά να της λένε ότι κανένας άλλος δε θα μπορούσε να σε ανεχτεί, κανένας άλλος δεν έρχεται εδώ γιατί κανένας δε θα άντεχε τη συμπεριφορά της.
Αλήθεια ήταν. Αλλά το ίδιο ίσχυε και γι' αυτούς. Και κάθε φορά ήταν σίγουρη πως είχε κάνει αυτό που έπρεπε.
Κι όμως, αυτοί κάθε φορά ξαναέρχονταν κι αυτή τους καλωσόριζε, κάνοντας πως δεν είχε συμβεί τίποτα.

Ήταν μία από εκείνες τις μέρες σήμερα. Το μύριζε στον αέρα, στον καπνό από το τζάκι, στην αποφορά των σάπιων φύλλων. Το έβλεπε στο χρώμα του τυφλού ουρανού. Η ασθενική πνοή της μαγείας τριγύριζε ανάμεσα στις νιφάδες του χιονιού, ανάμεσα στα αιώνια σκοτεινά δέντρα, μπλεκόταν με τους δηλητηριώδεις ατμούς που έβγαιναν από τα σάπια νερά των βάλτων και χωνόταν στο χώμα, κάτω από παγωμένο γκρι σεντόνι, στριφογυρίζοντας κι έρποντας μαζί με τα αθάνατα νεκροφάγα σκουλήκια.
Κι ο κρύος άνεμος έστελνε κάποια ελάχιστα απομεινάρια της μέσα στο άδειο σπίτι.
Έκλεισε πόρτα και παράθυρα, τράβηξε τη μοναδική της καρέκλα μπροστά από το τζάκι κι έκατσε, μέχρις ότου οι τρεμάμενες φλόγες να πεθάνουν, να γίνουν μόνο μια πορτοκαλιά λάμψη στο σκοτάδι, ώσπου σιγά σιγά να σβήσει κι αυτή. Ώσπου το αδύναμο σώμα της ν' αρχίσει να τρέμει.
Γιατί έπρεπε να αφήσει το κρύο και τον πόνο να την οδηγήσουν. Η μαγεία δεν έρχεται χωρίς αντίτιμο.
Κι έκατσε εκεί, στην καρέκλα, ακίνητη, ώσπου το σκοτάδι άρχισε σιγά σιγά να παίρνει μορφή. Φώτα το χάραξαν εδώ κι εκεί. Και το σκοτάδι έγινε κόσμος.
Ένας κόσμος με χιόνι κατάλευκο κι έναν φωτεινό, ψυχρό ήλιο. Γεμάτος με δέντρα, πράσινα δέντρα γεμάτα ζωή.
Στεκόταν κάτω από μια στέγη, το φως περνούσε μέσα από τους παγωμένους σταλακτίτες της και γέμιζε το βλέμμα της μικρούς ήλιους ευτυχίας.
Παράξενο. Ακόμη και σε αυτή τη ζωή έδειχνε να αποζητά τη μοναξιά. Ήξερε όμως, ότι, όταν θα έβλεπε κάποιον να ανηφορίζει προς τα εκεί, ή ακόμα, όταν η ίδια έπαιρνε το δρόμο προς τα σπίτια που απλώνονταν μαζεμένα στα πόδια της, μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πέρα, θα έβρισκε ένα χαμόγελο, μια φωνή, ένα ποτό, που δε θα έκρυβε από πίσω του τίποτα παραπάνω από αυτό που έδειχνε.
Χαμογέλασε κι αυτή, τίναξε λίγο χιόνι από τα μαλλιά της – ξανθά στο λευκό φως – και πήρε το δρόμο προς τα κάτω.

Κάποιος προχωρούσε στο πέτρινο μονοπάτι. Η φιγούρα του δεν της θύμιζε κάποιον. Φορούσε ένα μακρύ, σκούρο μάλλινο παλτό και τα μαλλιά του έπεφταν χυτά στους ώμους. Στάθηκε στην πόρτα παρακολουθώντας τον να ανεβαίνει. Έδειχνε νέος, με παράστημα επιβλητικό, και σκαρφάλωνε τη γλιστερή ανηφόρα χωρίς κόπο.
Όταν επιτέλους πλησίασε, μπόρεσε να δει και το πρόσωπό του, που κρυβόταν στη σκιά της ζεστής κουκούλας του. Στάθηκε μερικά βήματα μακριά της και της μίλησε με μια βαθιά, πεντακάθαρη φωνή.
Μπορώ να περάσω λίγο μέσα; Έχει κρύο”.
Ήταν μελαχρινός, με άσπρο δέρμα και ένα κοντό, αραιό γένι να στολίζει το πρόσωπό του. Την έφτασε και στάθηκε δίπλα της. Ήταν σχεδόν δύο κεφάλια ψηλότερος. Μα αυτό που δε γινόταν να μην προσέξεις ήταν τα μάτια του, γαλάζια, φωτεινά, σχεδόν απόκοσμα.
Ένιωσε ρίγος. Δεν είχε ξαναδεί κάτι τόσο όμορφο ποτέ.
Παραμέρισε και τον άφησε να περάσει.
Αν θέλεις να καθίσεις, έχω αυτή την καρέκλα” του έδειξε. “Εγώ δεν έχω πρόβλημα, κάθομαι και στο πάτωμα συχνά”.
Δε χρειάζεται” της είπε χαμογελώντας και την πλησίασε, παίρνοντας τα χέρια της στα δικά του.
Έτρεμε. Δάκρυα ήρθαν στα μάτια της.
Ήρθα να σου πω κάτι” της είπε καρφώνοντάς την με το διαπεραστικό του βλέμμα.
Με ξέρεις;” ψέλλισε.
Αυτός χαμογέλασε πάλι.
Όλους τους ξέρω, είπε”.
Έμεινε σιωπηλός μερικά δευτερόλεπτα, κρατώντας τα χέρια της, με τα μάτια του μέσα στα δικά της.
Άνοιξε το στόμα της να πει κάτι. Της είπε άφωνα να σωπάσει.
Δεν ξέρεις, Ώχρα, ότι δεν μπορείς να κρύβεσαι από τους θεούς; Δεν ξέρεις ότι εμείς ελέγχουμε και ορίζουμε τις θλιβερές ζωές όλων σας;”
Θα είχε γκρεμιστεί στο πάτωμα, αλλά αυτός έπιανε τα χέρια της σφιχτά, χωρίς όμως να την πονάει, και το πιάσιμό του ήταν τόσο γερό, που την κράτησε όρθια χωρίς ο ίδιος να κουνηθεί καθόλου από τη θέση του.
Κοίταξέ με, Ώχρα. Μη φοβάσαι το βλέμμα μου. Όχι εσύ”.
Ανοιγόκλεισε μάταια τα χείλη της μερικές φορές, ώσπου να βρει τη φωνή της.
Μα εσύ... Εσύ δεν είσαι φριχτός στην όψη, κτηνώδης, με γουρλωτά μάτια και μια ανάσα που ζέχνει σαν χίλια πτώματα που σαπίζουν;”
Έτσι σου έχουν πει;”
Έτσι ξέρουμε όλοι...” κατάφερε να ψελλίσει.
Μπορεί και να είναι έτσι” απάντησε, με το χαμόγελό του να γίνεται ακόμα πλατύτερο, ακόμα πιο φωτεινό και γοητευτικά κακόβουλο.
Χάιδεψε με τα λευκά, μακριά δάχτυλά του τα μαλλιά της κι έπιασε το σαγόνι της για να σταματήσει να τρέμει.
Πίστευα ότι θα είχες μάθει όμως κάτι από τη ζωή σου εδώ”.
Σήκωσε τα μάτια της στα δικά του. Είχε δίκιο.
Ζωή και θάνατος, Ώχρα. Ομορφιά και φρίκη. Ηδονή και πόνος. Ποιος ξέρει στ' αλήθεια ποιο είναι ποιο;”
Άνοιξε την πόρτα, κατηφόρισε στο μονοπάτι και συνέχισε το δρόμο του ανάμεσα στα σκοτεινά δέντρα, με την Ώχρα να τον ακολουθεί σιωπηλή, λίγα βήματα πίσω του.

Πέμπτη 23 Σεπτεμβρίου 2010

Η Ψυχή του Αστροβάτη



   Αστρική σκόνη με τυλίγει, λάμποντας σαν πέπλο από ασήμι στο αόρατο φως. Ανοίγω με τα χέρια μου δρόμο ανάμεσα σε άτακτους, ασύμμετρους και κακομούτσουνους αστεροειδείς, σαν να κόβω κλαδιά με ματσέτα. Παίρνω βαθειές ανάσες κενού και νιώθω στα ρουθούνια μου την καυτή μυρωδιά των αστεριών και την παγωμένη αύρα του διαστρικού χάους, οσμίζομαι το γιν και το γιανγκ, τη φωτιά και τον πάγο, ακούω τη σιωπή του Τίποτα και τις τιτάνιες εκρήξεις που θρέφουν τα άστρα, την ασύλληπτη γαλήνη και το λυσσαλέο πόλεμο της Δημιουργίας.
   Ηλιακοί άνεμοι γδέρνουν το πρόσωπό μου.
   Ακίνητος, κολυμπάω σαν νεκρός στο κενό.
   Όπου και να γυρίσω, χρώματα που το μυαλό δεν μπορεί καν να φανταστεί ότι υπάρχουν. Εκτυφλωτικά άστρα, πολύχρωμα νεφελώματα, αέριοι γίγαντες με ατμόσφαιρα σαν μωσαϊκό.
   Το μαύρο Τίποτα με τυλίγει, μαύρο μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι.
   Φως.
   Σκοτάδι.
   Ύλη.
   Κενό.
   Γεύομαι την Πεμπτουσία. Είναι το Όλον και το Τίποτα. Είναι αυτό που υπήρξε, αυτό που υπάρχει, κι αυτό που θα υπάρξει.
   Είναι ο Θεός.
   Μόνο που δε βρίσκεται κανείς εκεί έξω κι εγώ είμαι απλά ένας ακόμη μικρός αστεροειδής και το Σύμπαν αγνοεί την ύπαρξή μου. Δεν έχω καμία σημασία γι' αυτό, είτε υπάρχω, είτε εξαφανιστώ.
   Μα το Σύμπαν είναι τα πάντα για μένα.
   Το Αιώνιο Σύμπαν θα υπάρχει όταν εγώ χαθώ; Κι εγώ, θα βρίσκομαι εκτός του;
   Ύπαρξη έξω από το Σύμπαν.
   Ανυπαρξία.
   Πώς είναι η ανυπαρξία; Πώς ήταν η στιγμή πριν τη Μεγάλη Έκρηξη;
   Μα δεν υπήρχε Πριν.
   Ανυπαρξία. Ύπαρξη έξω από το Σύμπαν. Έξω από το Χώρο και το Χρόνο. Ύπαρξη έξω από την Ύπαρξη. Η ανυπαρξία δεν μπορεί να υπάρξει.
   Φως.
   Σκοτάδι.
   Ύλη
   Κενό.
   Σώμα.
   Ψυχή.
   Εγώ έχω άραγε ψυχή;


   Ευτυχία λίγο πριν το θάνατο. Γαλήνη. Ο ευγενέστερος στόχος όλων. Να πεθάνεις μέσα στην πυρά της δόξας σου. Να καείς στις φλόγες της γνώσης. Κι όχι σαν κάποιο σαπισμένο απομεινάρι του πλάσματος που κάποτε ήσουν, θρηνώντας, καθώς ψαχουλεύεις στα σκοτάδια της μνήμης σου.
   Και ίσως τώρα αυτή η στιγμή είχε φτάσει. Ήταν δέκα χρόνια πια από τότε που είχε ξεκινήσει το ταξίδι αυτό, ψάχνοντας ανάμεσα στα άστρα και τους πλανήτες για τον ιδανικό θάνατο. Για τον ευτυχισμένο θάνατο.
   Το πανοραμικό φινιστρίνι του πιλοτηρίου γέμιζαν οι απίστευτες πινελιές ενός ζωγράφου πιο μεγάλου από οποιονδήποτε είχε γεννηθεί ποτέ. Τα αυτιά της ριγούσαν στην υπέροχη μουσική της σιωπής. Σιωπής πραγματικής, απόλυτης, μιας σιωπής όπως του θανάτου.
   Άστρα νετρονίων ρουφούσαν τη ζωή των γιγάντιων συντρόφων τους – έβλεπε γαλάζια, χρυσαφιά και κόκκινα ποτάμια αστρικής ύλης να στροβιλίζονται, πέφτοντας στην καρδιά του μικρού βρικόλακα. Σπειροειδείς γαλαξίες με εκτυφλωτικά κοντάρια φωτός μπηγμένα στην καρδιά τους. Και, πιο κοντά, ένα μικροσκοπικό αστρικό σύστημα, με τρεις πολύχρωμους αέριους γίγαντες να γυροφέρνουν έναν τρίδυμο ήλιο. Αλλά το πιο συγκλονιστικό θέαμα βρισκόταν ακριβώς πάνω από το κεφάλι της. Ένα τεράστιο συμπαντικό σέλας, ένα ακανόνιστο ουράνιο τόξο απίστευτων χρωμάτων, μια προφυροντυμένη κοσμική βασίλισσα που γεννούσε άστρα. Ξάπλωσε στο πάτωμα κι άφησε το βλέμμα της να χαθεί μέσα στα σύννεφα του μανδύα της. Κι έκλαψε από ευτυχία.

   Βαδίζω στο διαστρικό κενό με τις αισθήσεις μου σε διαρκή ένταση. Δε θυμάμαι πια ποιος είμαι, ποιος ήμουν, κι οι αναμνήσεις που κρύβονται στις σκοτεινές γωνίες του κεφαλιού μου, δεν ξέρω αν είναι καν δικές μου. Έρχονται στο μυαλό μου εικόνες μιας άλλης ζωής, μιας θλιβερής ζωής φυλακισμένης, θυμάμαι φυτά και έδαφος κάτω απ' τα πόδια μου, θυμάμαι ζεστό αέρα στο δέρμα μου. Θυμάμαι ακόμα να υπάρχουν και άλλοι.
   Δεν ξέρω ποιος ήμουν, ούτε πόσος καιρός έχει περάσει από τότε. Και δεν έχει πια καμία σημασία.
   Είμαι ο Αστροβάτης. Βαδίζω στο αρχέγονο χάος, αναπνέω το κενό και στολίζω τα μαλλιά μου με σκόνη από τ' άστρα. Κοιτάζω τους ήλιους κατάματα και χώνω το κεφάλι μου στη σκοτεινή σπηλιά της μαύρης τρύπας. Ζω την Αιώνια Μέρα και την Αιώνια Νύχτα.
   Μα ξέρω ότι κι εγώ κάποτε θα πεθάνω και δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι μετά από αυτό και φοβάμαι.
   Ξαφνικά οι αισθήσεις μου πιάνουν κάτι. Κι όσο κι αν δυσκολεύομαι να το πιστέψω, είναι μία συνείδηση. Έχει περάσει αμέτρητος καιρός από την τελευταία φορά που δεν ήμουν μόνος.

   Κάπου στις παρυφές της ακοής της άκουσε έναν ενοχλητικό ήχο. Προσπάθησε να τον αγνοήσει, αλλά ο ήχος επέμενε. Ώσπου ξαφνικά η συνείδησή της επέστρεψε με έναν εκκωφαντικό κρότο και πετάχτηκε πάνω, ορμώντας στα όργανα του σκάφους.
   Το σκάφος είχε νιώσει κάτι. Κι αυτό το κάτι δεν ήταν ούτε απειλητικός αστεροειδής, ούτε καν ένα άλλο σκάφος. Ήταν κάτι πιο απίθανο.

   Η συνείδηση είναι γαλήνια. Παράξενα θλιμμένη, κι όμως ταυτόχρονα ξεχειλίζει από ευτυχία. Γλυκιά. Ευαίσθητη. Εύθραυστη. Δε θυμάμαι να ξαναέχω νιώσει έτσι.
   Της μιλάω.

   Ζήτησε από την οθόνη να εστιάσει. Προσπάθησε να ουρλιάξει, αλλά η φωνή της έμεινε παγωμένη, όπως όλο της το σώμα.
   Κάτι ή κάποιος τριγυρνούσε ανάμεσα στ' αστέρια.
   Και αυτό το κάτι της μίλησε. Ακόμη κι αν αυτή δεν άκουσε τίποτα.

    Σε χαιρετώ. Συγχώρεσέ με, έχω αιώνες να επικοινωνήσω με κάποιον εκτός από τον εαυτό μου.

   Τα λόγια απλά σχηματίζονταν μέσα στο κεφάλι της. Αλλά, εκτός από τις λέξεις, μπορούσε ακόμη να νιώσει δέος, μοναξιά, δισταγμό, φόβο, ακόμα και ντροπή.
    Ποιος είσαι;

    Είμαι ο Αστροβάτης.
   Πάνε πια αμέτρητοι αιώνες από τότε που σταμάτησα να είμαι αυτός που ήμουν κι άρχισα να τριγυρνώ στο φως και το σκοτάδι της Δημιουργίας. Και, χωρίς να νιώθω τίποτα, ούτε πόνο, ούτε κούραση, ξέρω ότι ο χρόνος μου πια τελειώνει. Και χαίρομαι που, λίγο πριν τελειώσει, το Σύμπαν μου έφερε το μοναδικό πράγμα που μου έλειπε.
    Και τώρα, μπορώ πια να μιλήσω για το φόβο μου.
    Τι συμβαίνει όταν πεθάνουμε;

    Γιατί ρωτάς;


    Γιατί πρέπει να ξέρω. Θα πεθάνω σύντομα.


    Εσύ δε θα έπρεπε να ξέρεις όλα τα μυστικά του Σύμπαντος;

   Βαδίζω πάνω σε δακτυλίους από πράσινο πάγο κι ακολουθώ την ασημογάλαζη χαίτη των κομητών. Παίζω στα χέρια μου μυστηριώδεις δορυφόρους και στροβιλίζομαι στις σπείρες γαλαξιών.
   Αλλά είμαι αδύναμος, φοβάμαι και δεν ξέρω τίποτα. Κλαίω.

    Κι εγώ θα πεθάνω. Γι' αυτό το σκοπό ήρθα εδώ. Έψαχνα το σωστό μέρος. Θα φορέσω το σκάφανδρό μου, θα βγω έξω και θα τιναχτώ στο διαστρικό κενό. Θα κολυμπήσω, όπως κι εσύ, ανάμεσα στο Τίποτα και στα Πάντα, το φως και το σκοτάδι. Κι όταν πια ο αέρας στη στολή μου τελειώσει, θα πεθάνω μ' ένα τεράστιο χαμόγελο, ανάμεσα στα αστέρια και τους πλανήτες, με έναν κατακόκκινο ήλιο για στεφάνι, και θα βαφτώ με τα ασύλληπτα χρώματα ενός πελώριου νεφελώματος.
    Θα πεθάνω στην κορυφαία στιγμή της ζωής μου, στον τόπο που ονειρευόμουν από όταν ήμουν παιδί.

    Και μετά;


    Μετά θα γίνω ένα με το Όλον. Θα γίνω αστρική σκόνη, φωτιά στην επιφάνεια ενός άστρου, θα ρουφηχτώ στην άβυσσο μιας μαύρης τρύπας. Θα εκραγώ μαζί με αμέτρητους άλλους σ' έναν εκτυφλωτικό υπερνεολαμπή.


    Υπάρχει δηλαδή ψυχή. Η ανυπαρξία είναι αδύνατη. Κανείς δεν μπορεί να βγει από το Αιώνιο Σύμπαν.

    Τίποτα δε χάνεται στο Αιώνιο Σύμπαν. Ύλη σε ενέργεια και ενέργεια σε ύλη. Φως σε σκοτάδι και σκοτάδι σε φως.
    Τίποτα δεν πεθαίνει. Αστέρια, πλανήτες, γαλαξίες, διογκώνονται, καταρρέουν, ψυχραίνονται, υπερθερμαίνονται, εκρήγνυνται, σβήνουν, γίνονται σκόνη, νέφη, αέρια και πάλι από την αρχή.
    Όλα είναι αθάνατα. Κι εμείς μαζί τους. Η ψυχή μας τριγυρνάει για πάντα, στις καρδιές των αστεριών και στους πάγους των δακτυλίων. Βρισκόμαστε παντού.


    Τώρα ξέρω γιατί ήρθες. Τώρα δε φοβάμαι πια.

    Λένε ότι ακριβώς πριν πεθάνεις, βλέπεις ένα κομμάτι της ψυχής σου μπροστά στα μάτια σου. Για πρώτη και τελευταία φορά την αντικρίζεις, κι ύστερα χάνεται στα βάθη του χάους, για να συνεχίσει την αιώνιά της ύπαρξη, της οποίας ένα μονάχα διάλειμμα ήσουν εσύ.

   Κολυμπάει αδέξια στο κενό. Στροβιλίζεται γελώντας ανάμεσα σε γκρίζους αστεροειδείς και διαμαντένια κομμάτια πάγου. Απλώνει τα χέρια της κι αγκαλιάζει ολόκληρους πλανήτες κι αστρικά συστήματα. Μαγική ασημόσκονη γεμίζει τη μάσκα της και στεφανώνει το πρόσωπό της.
   Τίποτα δε χάνεται στο απέραντο Σύμπαν.
   Η ανυπαρξία δεν μπορεί να υπάρξει.
   Ένας μικροσκοπικός αστεροειδής, μια χούφτα αστρικού μετάλλου, ένας μεγάλος κόκκος σκόνης περνά από μπροστά της και στέκεται εκεί. Θαρρείς την κοιτάζει μέσα από τους μικροσκοπικούς του κρατήρες.
   Το ακανόνιστο πέτρινο νέφος που την τυλίγει ανοίγει. Ο τρίδυμος ήλιος ρίχνει το κόκκινο, γαλάζιο και κίτρινωπό βλέμμα του μέσα από τις κουρτίνες.
   Η μικρή ψυχή λάμπει μέσα στις φλόγες της δόξας της. Αστράφτει σαν μακρινός υπερνεολαμπής. Για μια στιγμή μόνο και μετά οι κουρτίνες κλείνουν και πάλι.
   Ακίνητη περιφέρεται αιώνια μέσα στο στέμμα του πολύχρωμου γίγαντα. Ευτυχισμένη πια.
   Βαδίζω στο κενό ανάμεσα στους κόσμους κι ακούω το τραγούδι της Δημιουργίας.
   Φως.
   Σκοτάδι.
   Ύλη.
   Ενέργεια.
   Σιωπή.
   Έκρηξη.
   Σώμα.
   Ψυχή.
   Ζωή.
   Θάνατος.
   Οι σπείρες του νετρονιακού άστρου με αγκαλιάζουν.
   Χαμογελάω.








6-8 Μαΐου 2010

Τετάρτη 15 Σεπτεμβρίου 2010

Σκυλιά μετά τη βροχή




Raindogs: "The ones you see wanderin' around after a rain. Ones that can't find their way back home. See the rain washes off the scent off all the mail boxes and the lamposts, fire hydrants. Raindogs."


But I have promises to keep
And miles to go before I sleep
Robert Frost

Δε μας γνωρίζετε. Δε μας βλέπετε σχεδόν ποτέ. Τις νύχτες, την ώρα που εσείς κοιμάστε ή βρίσκεστε έξω και διασκεδάζετε, εμείς τριγυρνάμε σιωπηλοί στις πιο έρημες γωνιές της πόλης, χαμένοι σε σκέψεις για όλα αυτά που δε συνέβησαν ποτέ. Ιδίως μετά τη βροχή. Τότε βγαίνουμε όλοι και πλημμυρίζουμε τους σκοτεινούς δρόμους, σαν τα σαλιγκάρια. Μας αρέσει έτσι όπως ευωδιάζει το βρεγμένο χώμα και πώς γυαλίζουν τα πάντα, πεντακάθαρα στο πελιδνό φως των φαναριών. Μα πιο πολύ μας αρέσει που εσείς κουλουριάζεστε στη ζεστασιά του σπιτιού σας και δεν ενοχλείτε με αυτοκίνητα, φωνές, ή ακόμα και με τα βαριά σας βήματα τις ονειροπολήσεις μας.
Οι γυναίκες και οι άντρες μας μας βρίζουν, στην αρχή γιατί τριγυρνάμε όλο το βράδυ κι ερχόμαστε σπίτι χαράματα, κι αφού περάσει λίγο ο καιρός, γιατί δεν μπορούν να καταλάβουν ότι έχουμε ανάγκη αυτές τις στιγμές να μην τις μοιραστούμε με κανέναν άλλο, παρά μονάχα με τον εαυτό μας, και το ότι δεν τους απαντάμε ποτέ όταν μας ρωτάνε τι κάνουμε, δεν είναι γιατί κρυβόμαστε, ούτε γιατί τους υποτιμάμε, αλλά γιατί στην πραγματικότητα δεν έχουμε τίποτα να τους πούμε. Οι φίλοι μας σιγά-σιγά μας εγκαταλείπουν, γιατί δεν έχουμε πια ελεύθερο χρόνο γι’ αυτούς, και τελικά μένουμε μόνοι μας κι όταν καμιά φορά περνάνε από το μυαλό μας όλοι αυτοί και αυτά που έχουμε πια χάσει, εμείς σηκώνουμε απλά τους ώμους και συνεχίζουμε το σιωπηλό μας δρόμο.
Αν είσαι ένας από εμάς, μας ξέρεις. Ο κύριος με την πίπα που μουρμουρίζει τραγούδια κοιτάζοντας τον ουρανό μέσα από τους καπνούς, η κυρία που κάθε λίγο σταματά και γράφει στο μπλοκάκι της, η κοπέλα με τα μαύρα ρούχα που περπατάει ψιθυρίζοντας στον εαυτό της και κοιτάζει συνέχεια πίσω λες και κάποιος την ακολουθεί, το παιδί με το θλιμμένο βλέμμα που σε κάνει αν αναρωτιέσαι από τι σπίτι το σκάει. Δε μιλάμε όμως σχεδόν ποτέ. Γιατί γνωρίζουμε ότι κανείς δεν έχει έρθει εδώ για να μιλήσει και γιατί ούτε κι εμείς θα θέλαμε να ενοχλήσει κανείς τη μοναξιά μας.
Για σας μάλλον είμαστε μερικοί άκακοι μουρλοί που μπορεί να δείτε καμιά φορά από τα παράθυρά σας, αν είστε ακόμα ξύπνιοι, να περπατάνε άσκοπα στους δρόμους, αναμαλλιασμένοι και ατημέλητοι, και η αλήθεια είναι ότι πολλοί από εμάς τελικά χάνουν τα λογικά τους. Τους βλέπεις να συζητούν με φανταστικούς συνομιλητές, ή να κάθονται ακίνητοι με τις ώρες κοιτάζοντας ένα συγκεκριμένο σημείο στον ουρανό ή στο έδαφος. Όλοι το ξέρουμε ότι μπορεί τελικά να γίνουμε σαν κι αυτούς κι όμως κανείς δε δείχνει να φοβάται. Ίσως γιατί δε μας νοιάζει. Ήμασταν κι εμείς κάποτε κανονικοί άνθρωποι, σαν κι εσάς, αλλά τώρα είναι πια πολύ αργά.
Ακόμη και μεταξύ μας όμως δεν είμαστε όλοι ίδιοι. Γιατί ελάχιστους θα βρεις εκείνες τις νύχτες που η βροχή συνεχίζει να πέφτει ασταμάτητα. Τότε ακόμα κι οι περισσότεροι από εμάς θα προτιμήσουν να λουφάξουν στο σπίτι τους. Ίσως γιατί η οχλαγωγία της βροχής ταράζει τις ονειροπολήσεις τους και τους τρομάζουν οι απόκοσμες λάμψεις των κεραυνών. Πιο πολύ απ’ όλα όμως, φοβούνται μην απομακρυνθούν πολύ και μετά τριγυρίζουν ψάχνοντας το δρόμο τους μέχρι να ξημερώσει, όπως τα σκυλιά μετά τη βροχή, όταν το νερό έχει ξεπλύνει κάθε γνώριμη μυρωδιά και κάθε ίχνος που οδηγούσε σπίτι.
Κι όμως, για τους λίγους που κυκλοφορούμε τότε, αυτές οι νύχτες είναι ξεχωριστές. Και μια τέτοια νύχτα είναι πιο πιθανό να μιλήσεις με κάποιον. Ίσως γιατί το μαστίγωμα του νερού στο πεζοδρόμιο και πάνω στα σώματά μας βουβαίνει τις σκέψεις μας, ερεθίζει τις αισθήσεις μας και μας κάνει να αισθανόμαστε και πάλι λίγο περισσότερο άνθρωποι.

Έβρεχε ασταμάτητα όλη την ημέρα. Ήταν το αγαπημένο μου είδος βροχής. Αρκετά δυνατή ώστε να βλέπω από παράθυρό μου ρυάκια να κυλάνε στις άκρες του δρόμου, χωρίς όμως να φτάνει την ορμή και τον ορυμαγδό μιας καταιγίδας, με χοντρές, γεμάτες στάλες, που έσκαγαν στο τζάμι κι άφηναν κυκλικά σημάδια μεγάλα σαν πάτους ποτηριών.
Γύρισα και κοίταξα τα είκοσι τετραγωνικά του διαμερίσματός μου, γεμάτα με πεταμένα βιβλία, χαρτιά, σημειώσεις, ρούχα, ποτήρια όπου κι αν κοίταζες και τα απομεινάρια από το μοναχικό μου γεύμα πάνω στο τραχύ ξύλινο τραπεζάκι. Μια νοσταλγία με έπνιξε για πράγματα που κάποτε είχα και για πράγματα που θα μπορούσαν να ήταν αλλιώς. Πήρα το λεκιασμένο χοντρό μπουφάν μου και βγήκα έξω.
Ένιωσα τις σταγόνες να χτυπούν στο κεφάλι μου και να κυλούν σαν δάκρυα στο πρόσωπό μου. Τα ρούχα μου μούσκεψαν μέχρι την επένδυση και τα τσιγάρα στην τσέπη μου έγιναν λάσπη. Κι όπως πάντα, αυτό το υγρό σφυροκόπημα κι η παγωνιά που ένιωσα μέχρι τα σωθικά μου, ξύπνησαν το ληθαργικό μυαλό μου και μου έδωσαν νέα ζωή. Προστατευμένος μέσα σε αυτά τα υγρά τείχη και στο πέπλο θορύβου που σηκωνόταν γύρω μου, με τα φώτα του δρόμου να διαθλώνται μέσα από τις σταγόνες και να σκορπίζονται σαν πιτσιλιές στο οπτικό μου πεδίο, άφησα πίσω μου την πλήξη και την αδιάφορη ζωή μου κι άρχισα να βαδίζω σ’ εκείνον τον καινούργιο, λαμπερό κόσμο που αποκαλύπτεται παρά μόνο ελάχιστες φορές το χρόνο, σε νύχτες σαν κι ετούτη. Σ΄ έναν κόσμο όπως αυτόν που ονειρευόσουν από μικρό παιδί, αλλά, δυστυχώς για σένα, όταν μεγάλωσες, συνέχισες να τον ονειρεύεσαι, ίσως λίγο διαφορετικό, πιο ενήλικο, αλλά πάντα ασύμφωνο με όσα τελικά γίνονταν γύρω σου, ώσπου κυριάρχησε στο μυαλό σου, κι αναρωτιέσαι συνέχεια πού έκανες λάθος, τι θα μπορούσες να είχες κάνει διαφορετικά ώστε όλα αυτά να ήταν κάτι παραπάνω από ένα όνειρο. Σ’ έναν κόσμο όπου μπορείς να περιμένεις, όταν έχει έρθει εκείνη η σπουδαία στιγμή, ένα θαύμα να συμβεί και για σένα.
Κι όμως ξέρω ότι, όσο κι αν με βασανίζει, αυτός ο κόσμος είναι που με κρατάει στη ζωή και το μυαλό μου στη θέση του. Γιατί όταν βυθίζομαι σε αυτόν νιώθω αμέσως τους καμπουριασμένους ώμους μου να ελαφραίνουν.
Ώρες πρέπει να περπατούσα, με τα πόδια μου να πλατσουρίζουν μέσα στα παπούτσια, κι όποτε σκεφτόμουν ότι ίσως έπρεπε να γυρίσω σπίτι, γύριζα το βλέμμα μου από την άλλη, άνοιγα το βήμα μου κι έφευγα ακόμα πιο μακριά. Με τι να άλλαζα ετούτη τη μαγευτική βραδιά; Το μόνο που με περίμενε ήταν εκείνες οι γεμάτες τρόμο στιγμές πριν τον ύπνο, που βρίσκεσαι μόνος σου στο σκοτάδι, το ταβάνι λες και χαμηλώνει για να σε πλακώσει, με μόνη συντροφιά όλα εκείνα που προσπαθείς με κόπο στο φως της ημέρας να κρατήσεις μακριά.
Δεν τον είχα ξαναδεί. Ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση, με τα μακριά άσπρα γένια του κρεμασμένα προς τα κάτω από τη βροχή, σαν τα μαλλιά της Ραπουνζέλ, και τα λιγοστά μαλλιά του κολλημένα στο κεφάλι του.
«Δεν κυκλοφορούν και πολλοί τέτοιες νύχτες» φώναξε όταν έφτασε αρκετά κοντά μου, ώστε να ακούγεται. «Μόνο όσοι έχουν πραγματικούς λόγους να βγουν».
Δεν απάντησα, αν και έμοιαζε να ήταν ένας από εμάς - φαινόταν στον τρόπο που έσερνε τα πόδια του και στα μάτια που κοίταζαν εσένα και ταυτόχρονα κάπου αλλού, πολύ μακριά - γιατί δεν καταλάβαινα τι εννοούσε, δεν ήξερα αν έπρεπε να το εκλάβω σαν αδιακρισία ή κάποιο είδος επιδοκιμασίας. Άλλωστε ο τρόπος που μου μίλησε αμέσως, μόλις με είδε, με αιφνιδίασε. Σας είπα ότι δε μιλάμε συχνά.
«Ωραία βραδιά» είπε όταν πλησιάσαμε. «Αξίζει να την περιμένεις έναν ολόκληρο χρόνο. Ακόμα και μια ολόκληρη ζωή».
Έγνεψα επιφυλακτικά και τον κοίταξα από πιο κοντά. Βαθιές ρυτίδες σαν ίχνη από πόδια πουλιού απλώνονταν γύρω από τα μάτια του. Τα ρούχα του ήταν παλιά και πολυφορεμένα, με φθαρμένες άκρες και σκισίματα εδώ κι εκεί. Ο άνθρωπος αυτός έμοιαζε σαν να περπατούσε χρόνια ολόκληρα χωρίς σταματημό.
«Κάνει τον κόσμο να μοιάζει ομορφότερος, έτσι δεν είναι;» με ρώτησε χαμογελώντας.
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά.
Κάθισε με κόπο σ’ ένα πεζούλι κι εγώ τον ακολούθησα διστακτικά.
«Δεν ξέρουν τι χάνουν» συνέχισε. «Μάλλον φοβούνται μην κρυώσουν, τα κακόμοιρα». Πήγε να γελάσει, αλλά τον έπνιξε ένας τραχύς βήχας. «Μη νομίζεις ότι μόνο εμείς φοβόμαστε να πάμε για ύπνο το βράδυ. Απλά εμείς είμαστε λίγο πιο τυχεροί. Μπορούμε πού και πού να αγγίξουμε ψηλαφιστά τον κόσμο και τη ζωή που είχαμε κάποτε ονειρευτεί. Έστω κι αν μετά η άλλη ζωή φαίνεται ακόμα πιο δυσβάσταχτη».
Οι αρχικοί δισταγμοί μου άρχισαν να κάμπτονται. Μιλούσε λες και ήταν εγώ, λες και ήξερε ακριβώς τι είχα στο μυαλό μου.
Ή πάλι, ίσως έλεγε αυτά ακριβώς που ήθελα να ακούσω.
«Θα σου δείξω κάτι» είπε με σοβαρό ύφος. «Κοίταξε ίσια πάνω, διάλεξε μια σταγόνα και προσπάθησε να συγκεντρώσεις το βλέμμα σου σε αυτή. Μονάχα σε αυτή, ξέχνα όλα τα άλλα».
Κι επειδή πολλές φορές θα μας δείτε να βρίσκουμε ενδιαφέρον σε πράγματα τα οποία εσείς ούτε που προσέχετε, τις νυχτοπεταλούδες που φτερουγίζουν ζαλισμένες πάνω από μια φωτεινή πινακίδα ή τα νερά που άφησε σε μια λακκούβα η χτεσινή βροχή, έκανα αυτό που μου είπε. Κοίταξα ψηλά, εκεί που η βροχή πέρναγε μπροστά από το κιτρινωπό φως της λάμπας και γινόταν για μια μονάχα στιγμή χίλια χρυσαφιά αστεράκια και προσπάθησα να ακολουθήσω ένα από αυτά με το βλέμμα μου. Αλλά το αστεράκι σκοτείνιασε μόλις πέρασε τη λάμπα κι έπεφτε πολύ γρήγορα για να το προλάβουν τα μάτια μου.
«Δεν είναι εύκολο» ψιθύρισε στο αυτί μου. «Θέλει υπομονή. Έχεις δει ποτέ σου στερεογράφημα; Πρέπει να αλληθωρίσεις, το βλέμμα σου να θολώσει και να ζαλιστείς πριν αρχίσεις να βλέπεις καθαρά».
Προσπάθησα ξανά και ξανά, ώσπου τα μάτια μου άρχισαν να πονάνε. Ήμουν έτοιμος να τα παρατήσω, όταν συνέβη.
Είδα ολοκάθαρα τη σταγόνα να περνάει μπροστά από το φως και ακολούθησα τη σκοτεινιασμένη φιγούρα της να πέφτει. Δεν υπήρχε πια τίποτε άλλο στον κόσμο παρά μόνο αυτή. Κι όταν έφτασε στο ύψος των ματιών μου, για μια μόνο ξεχειλωμένη στο χρόνο στιγμή, στάθηκε μπροστά μου.
Κοίταξα μέσα της.
Τέτοιο πλάσμα δεν είχα ξαναδεί. Σερνόταν, καμπουριαστό και μισοανθρώπινο, σε μια εκτυφλωτική αμμουδερή έκταση που ακτινοβολούσε κάτω από έναν κατάλευκο ήλιο. Το φως όμως δεν το ενοχλούσε γιατί τα μάτια του ήταν μονίμως κλειστά – ίσως και νεκρά. Προχωρούσε γονατιστό πάνω στην άμμο που έκαιγε, με τη ράχη του λυγισμένη, να μοιάζει έτοιμη να τσακιστεί από το βάρος του τεράστιου σάκου που κουβαλούσε στην πλάτη του και τη μακριά αλυσίδα που ήταν δεμένη στο πόδι του να αφήνει κυματιστά χνάρια στην άμμο, σαν κάποιο φίδι που σέρνει την κοιλιά του.
Ύστερα, ο χρόνος τινάχτηκε σαν λάστιχο στο αρχικό του σχήμα και η σταγόνα συνέχισε το δρόμο της και διαλύθηκε στο πεζοδρόμιο.
Η καρδιά μου γέμισε θλίψη γι’ αυτό το δύστυχο και βασανισμένο πλάσμα.
«Μη λυπάσαι γι’ αυτό που είδες» είπε ο παράξενος σύντροφός μου. «Αυτό το σακί τις πέτρες κι αυτή την αλυσίδα σέρνουμε όλοι, κι όσο μεγαλώνουμε μεγαλώνουν κι αυτά μαζί. Μπορούμε μονάχα να αποφασίσουμε ποιο από τα δύο μας ενοχλεί λιγότερο και ν’ αφήσουμε μόνο αυτό να βαραίνει. Αλλά ακόμα κι αυτό σπάνια το καταφέρνουμε».
Τον κοίταξα με απορία.
«Θα καταλάβεις. Το ξέρω ότι θα καταλάβεις, γιατί κι εγώ ήμουν κάποτε σαν εσένα. Μόνο να θυμάσαι τα εξής: Υπάρχουν φορές που μπορεί η αλυσίδα να μην είναι παρά ένα κομμάτι σπάγκου δεμένο στο πόδι σου και το σακί μονάχα ένα μαξιλάρι γεμάτο πούπουλα. Στιγμές όπως η αποψινή νύχτα, που ξέρεις πού μπορείς να τις βρεις. Να τις αναζητάς αυτές τις στιγμές. Σε γεμίζουν ελπίδα και σε κρατάνε στα πόδια σου. Μόνο ποτέ μην προσπαθήσεις να ξεφορτωθείς το βάρος σου. Γιατί η στιγμή που θα το αφήσεις κάτω και θα φύγεις είναι η στιγμή που παύεις να είσαι άνθρωπος. Και υπάρχουν στιγμές που το φορτίο γίνεται τεράστιο, ασήκωτο, τα γόνατά σου τρέμουν, οι αστράγαλοί σου ματώνουν και η πλάτη σου τρίζει σαν δέντρο πριν πέσει. Ποτέ όμως να μη νομίσεις, όσο κι αν το νιώθεις ότι, ότι το φορτίο που κουβαλάς είναι πιο βαρύ από οποιουδήποτε άλλου».
Χωρίς να πει άλλη λέξη, σηκώθηκε από το πεζούλι κι έφυγε, με χιλιάδες χρυσαφιά αστεράκια να γυαλίζουν στους ώμους του.

Το βασανισμένο πλάσμα στη λευκή έρημο έχει στοιχειώσει το μυαλό μου από τότε. Κάθε βράδυ που βρέχει στέκομαι και κυνηγάω στάλες με το βλέμμα μου, αλλά δεν το έχω ξαναδεί ποτέ.
Και η γυναίκα μου. Η πρώην γυναίκα μου δηλαδή. Τη σκέφτομαι πολύ συχνά τελευταία.
Και την είχα σχεδόν ξεχάσει.
Όταν γνωριστήκαμε, το μόνο πράγμα που είχε σημασία για μένα ήταν να την κάνω ευτυχισμένη. Κι όσο αυτό συνέβαινε, τίποτε άλλο δεν είχε σημασία για μένα. Ή έτσι νόμιζα. Με τον καιρό όμως άρχισα να νιώθω τα πόδια μου όλο και πιο βαριά κι ένα ηχηρό κροτάλισμα να ακολουθεί τα βήματά μου.
«Δεν πειράζει,» έλεγα στον εαυτό μου, «άσε την αλυσίδα να μακραίνει. Δεν είναι κάτι που δεν μπορείς να αντέξεις». Κι έτσι έγινε.
Δεν είναι εύκολο να κρατήσεις κάποιον ευτυχισμένο. Ό,τι και να κάνεις. Κάτι πάντα θα μπαίνει στα πόδια σου. Κάτι πάντα θα είναι λάθος. Κάτι πάντα θα σε βαραίνει και δε θα μπορείς να το αγνοήσεις. Και κανέναν δε θα κάνεις ευτυχισμένο, αν δεν είσαι εσύ.
Κι έτσι, μαζί με την αλυσίδα μου, άρχισε να μεγαλώνει και το σακί στην πλάτη μου και το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να αναρωτιέμαι τι μπορεί να μην είχα κάνει σωστά και κάθε μέρα να υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω περισσότερο.
Τώρα πια έχω μείνει μόνος στο μικροσκοπικό μου διαμέρισμα και η αλυσίδα μου μεγαλώνει μέρα με τη μέρα και τυλίγεται γύρω από τα πόδια μου σαν βόας.
Και το χειρότερο είναι ότι ο σάκος από τότε που χωρίσαμε δεν έχει μεγαλώσει καθόλου.

Ακόμα βγαίνω έξω τα βράδια. Φοβάμαι μην τον ξανασυναντήσω, αλλά κάτι μου λέει ότι δε θα τον ξαναδώ ποτέ.
Είναι πιο δύσκολο τώρα. Δεν μπορώ τόσο εύκολα να ξεχαστώ. Φοβάμαι μην μπω στον πειρασμό να τα παρατήσω. Αλλά ξέρω ότι δεν μπορώ. Κανείς μας δεν μπορεί.
Θα συνεχίσουμε να τριγυρίζουμε άσκοπα εδώ κι εκεί, όπως τα σκυλιά μετά τη βροχή, χωρίς ποτέ να μπορέσουμε να γυρίσουμε στο μέρος από όπου ξεκινήσαμε, μέχρι και η δική μας σταγόνα να πέσει.

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

Ο Μεσσίας στη Στάχτη

Ώστε θες να πας πίσω. Μα κανείς δεν έχει πατήσει το πόδι του εκεί πέρα εδώ και είκοσι χρόνια και μόνο οι ραδιενεργοί άνεμοι σηκώνουν κι ανασκαλεύουν πού και πού τη σκόνη, τη σκόνη αυτών που έχουν τελειώσει για πάντα, για να μην καθίσει και σκεπάσει τις χιλιάδες ζωές που πέρασαν από κει.
Πρέπει να πας, το ξέρω. Εσύ άλλωστε δεν πρέπει να φοβάσαι. Δεν μπορείς να πάθεις τίποτα πια. Κι ίσως μπορέσεις, αν φυσήξεις μια χούφτα χώμα ανάμεσα στα δάχτυλά σου, να δώσεις με την ανάσα σου και πάλι ζωή στη νεκρή στάχτη. Ίσως, ποιος ξέρει, ίσως δεις φυλλαράκια να ξεπηδούν από τους γκρίζους κορμούς, και ίσως σιγά σιγά ξανακούσεις φωνές στους άδειους δρόμους και μπορεί να ξαναδείς φώτα να ανάβουν πίσω από τα σπασμένα παράθυρα.
Κι αν πάλι δεν τα καταφέρεις; Δεν πειράζει και τόσο, έτσι δεν είναι;

Το τείχος που είχαν χτίσει γύρω – γύρω, τα φυλάκια… κανείς δε βρίσκεται εδώ πια. Ποιος να πλησιάσει άλλωστε; Όλα είναι ακίνητα. Θεέ μου πώς γίνεται να είναι όλα τόσο ακίνητα, πώς γίνεται να μην ακούγεται τίποτα; Όλα είναι σιωπηλά και κίτρινα. Ακόμα και ο ουρανός εδώ έχει άλλο χρώμα, κίτρινος σαν τις σελίδες παλιού βιβλίου, και τα κτίρια είναι πια όλα ίδια, μολυσμένα κι αυτά από την ίδια ασθένεια, αυτόν τον ίκτερο που σκότωσε τον ουρανό και το μόνο που ξεχωρίζει στην απέραντη χλωμή μονοτονία είναι η σταχτιά σκόνη που σκεπάζει το έδαφος.
Σε περίμενε. Στήσε το αυτί σου και αφουγκράσου. Τίποτα. Ακόμα και τα βήματά σου σβήνουν πάνω στη στάχτη. Κι ο αέρας είναι εντελώς ακίνητος. Κοίταξε. Ούτε ένας κόκκος σκόνης δε σηκώνεται από το έδαφος. Δε νιώθεις τίποτα να αγγίζει το ιδρωμένο πρόσωπό σου. Σε περίμενε. Ο χρόνος έχει σταματήσει. Περιμένει εσένα να τον ξεκινήσεις και πάλι.
Μοιάζουν τόσο αλλόκοτοι αυτοί οι άδειοι δρόμοι. Αν κλείσω τα μάτια τούς βλέπω να ζωντανεύουν μπροστά μου. Και είναι παράξενο, αλλά δεν ξέρω τι με τρομάζει πιο πολύ. Η νεκρή απεραντοσύνη – ή τα χιλιάδες πρόσωπα που εμφανίζονται πίσω από τα κλειστά βλέφαρά μου; Γιατί, με κάποιο τρόπο, ξέρω ότι αυτά τα πρόσωπα στ’ αλήθεια ήταν εκεί – κι ας μην τα είχα γνωρίσει ποτέ.
Κι έτσι αποφασίζω να προχωρήσω, τα μάτια μου ορθάνοιχτα, γουρλωμένα σαν του ψαριού, προσπαθώντας να μη βλεφαρίζω καν, γιατί τα νεκρά τους πρόσωπα περιμένουν να ξεπηδήσουν μέσα από το στιγμιαίο σκοτάδι. Ο ιδρώτας στάζει από το μέτωπό μου και γυρίζω να κοιτάξω τον ουρανό, μα ο νεκρός ήλιος απλώς στέκεται εκεί χωρίς να ζεσταίνει στο ελάχιστο το πρόσωπό μου.
Δεν πρέπει να φοβάσαι να κλείσεις τα μάτια σου. Άλλωστε σε λίγο θα τους βλέπεις παντού, στο φως της ημέρας, με τα μάτια ανοικτά. Δεν πρέπει να τους φοβάσαι. Είναι η ζωή που βρίσκεται θαμμένη κάτω από τη γκρίζα στάχτη και κρύβεται στο θολό κίτρινο φως. Είναι αυτό που πρέπει να δώσεις πίσω και κάπου μέσα τους βρίσκεσαι κι εσύ.
Δεν ξέρω γιατί, μα τους φοβάμαι τόσο πολύ.
Είναι η δύναμή σου. Θα το συνηθίσεις.
Κι όσο φοβάμαι τα πολύβουα οράματά μου, άλλο τόσο αυτή η φρικτή σιωπή μου τρυπάει τα αυτιά. Κλωτσάω ένα σκουπίδι στο δρόμο κι αυτό τσουλάει και χώνεται στη στάχτη χωρίς τον παραμικρό θόρυβο. Σκύβω και το μαζεύω. Ένα μπουκάλι μπύρας. Το πετάω μακριά. Τίποτα. Ας ακουγόταν επιτέλους ένας ήχος σε τούτη την παγωμένη στο χρόνο ερημιά.
Δεκαπέντε χρονών, μια δροσερή καλοκαιρινή βραδιά, τριγυρνάτε άσκοπα στους δρόμους κι ο περιπτεράς έχει ξεχάσει δυο καφάσια με μπύρες, αφύλακτα, τις παίρνετε και τρέχετε στο πάρκο, ζεστές όπως είναι, κάθεστε εκεί μέχρι το πρωί και είναι στ’ αλήθεια η καλύτερη βραδιά της ζωής σας. Κι αυτό το κάνετε ξανά και ξανά, όχι βέβαια πια με κλεμμένες μπύρες, μα πάντα κάτι λείπει, ξέρετε ότι καμία βραδιά δε θα ξαναείναι σαν εκείνη. Και όσο περνάει ο καιρός, δεν είστε πια όλοι, κάποιοι λέει βρίσκουν κοπέλες, μεγαλώνουν, αλλάζουν, κάποιοι απλά σιγά σιγά χάνονται χωρίς να μάθεις ποτέ τίποτα, ώσπου μένεις μόνο εσύ, το αιώνιο παιδί, να κάθεσαι μόνος σου το βράδυ στο πάρκο, με το μπουκάλι σου πάντα στο χέρι, να κοιτάς τον ουρανό κι ο ουρανός να ανασαίνει δροσιά στο πρόσωπό σου και τότε είναι που ορκίστηκες, στο μεγάλο ασημένιο μάτι του Θεού που σε κοίταζε από ψηλά, ότι θα γίνεις κάτι σπουδαίο και δε θα αφήσεις τη ζωή σου να περάσει σαν να μην υπήρξες ποτέ.
Σκέφτεται κανείς διάφορα όταν είναι μικρός, χωρίς να ξέρει καλά–καλά τι σημαίνουν. Πώς όμως κάποια πράγματα φαντάζουν τόσο σπουδαία μόνο και μόνο επειδή συνέβησαν κάποτε. Και όχι τώρα.
Είναι μακριά και κουραστική αυτή η διαδρομή. Πόσο μεγαλύτερη είναι η άδεια πόλη! Και τα βήματα δείχνουν να μη σε πηγαίνουν πουθενά.

Βράδιασε πια. Έχω κουραστεί. Τα βήματά μου έχουν γίνει ένα άγαρμπο σούρσιμο κι αφήνω πίσω μου μια γραμμή σαν φίδι πάνω στην άμμο. Δεν το ήξερα ότι θα έπαιρνε τόσο πολύ.
Δε φυσάει καθόλου. Δεν έχει φυσήξει καθόλου. Κι όμως, παρόλ’ αυτά, ο αέρας είναι δροσερός. Δεν προλαβαίνει να ζεσταθεί από τον άρρωστο ήλιο. Ίσως πρέπει να ξεκουραστώ. Το ξέρω ότι θα μπορούσα να ξαπλώσω εδώ που βρίσκομαι, πάνω στη μαλακή στάχτη, τίποτα δεν μπορεί να με ενοχλήσει σε αυτόν τον κόσμο, γεμάτο από αγάλματα και σκιές. Είναι όμως τόσο δυνατή η συνήθεια, τόσο μεγάλη η ανάγκη για κάτι γνώριμο, και βλέπω μπροστά μου τα άδεια παράθυρα, κι ακόμα κι έτσι, άχρωμα και σπασμένα, με καλούν να εγκατασταθώ πίσω από ένα από αυτά. Μπορεί κιόλας να έχω ζήσει σε κάποιο από τούτα τα σπίτια. Πίστευα ότι θα το αναγνώριζα αμέσως μόλις το έβλεπα, αλλά τώρα πια μοιάζουν όλα τόσο ίδια που δεν ξέρω. Κι αν – για μια μόνο στιγμή – κλείσω τα μάτια, μπορώ να δω το γαλαζωπό φως να τρεμοπαίζει πίσω από τα τζάμια.
Πόσες φορές, γυρίζοντας σπίτι σου κάποιο βράδυ, δεν είδες αυτό το τρεμουλιαστό φως στο παράθυρο του σπιτιού; Και, μπαίνοντας μέσα, τον έβλεπες εκεί, ανταλλάζατε έναν χαιρετισμό, αλλά ποτέ δεν βρίσκατε κάτι περισσότερο να πείτε, κι έτσι έμενες λίγα λεπτά εκεί από πάνω του, πριν πας στο δωμάτιό σου, αυτός να κοιτάζει την τηλεόραση χωρίς να βλέπει στ’ αλήθεια, με το βλέμμα κάποιου που έχει φτάσει πια τα πενήντα και ξέρει ότι και τα πενήντα αυτά χρόνια έχουν πάει στράφι και κάθεται το Σάββατο βράδυ μπροστά στην τηλεόραση μόνο και μόνο για να μην πάει για ύπνο νωρίς, όπως κάθε μέρα εδώ και δεκαετίες. Και, πολλά χρόνια αργότερα, σε κάποια άλλη τηλεόραση, σε κάποιο άλλο δωμάτιο, πολύ μακριά από δω, μήπως δεν ήσουν εσύ αυτός που, καθισμένος στον καναπέ, με το ίδιο ακριβώς βλέμμα στο πρόσωπό σου, έλεγες στον εαυτό σου, δεν πειράζει, είσαι κουρασμένος, θα βρεις κάποια άλλη στιγμή να κάνεις αυτά που ονειρεύεσαι;
Το φως είναι πια λιγοστό και δεν μπορώ να δω καλά μέσα στο σπίτι, αλλά ίσως και να είναι καλύτερα έτσι. Γιατί ακόμα και στο μισοσκόταδο μπορώ να διακρίνω τα φλιτζάνια στο τραπέζι, ένα τασάκι και το τηλεκοντρόλ πάνω στον καναπέ, μοιάζει λες και το σπίτι κατοικείται κανονικά, μόνο που όλα έχουν παγώσει στη μέση μιας κίνησης και σε λίγο θα δω τα φλιτζάνια να ανασηκώνονται και το τηλεκοντρόλ να αλλάζει και πάλι κανάλια στην τηλεόραση, λες κι η ζωή βρίσκεται απλά σε ένα διάλειμμα. Μόνο που το διάλειμμα έχει κρατήσει είκοσι χρόνια πια και το μόνο που κινείται πού και πού εδώ μέσα είναι η σκόνη που προσπαθεί να κρύψει τα πάντα.
Τη νύχτα είναι πιο τρομακτικά. Το σκοτάδι είναι βαθύ, πυκνό, σχεδόν μπορείς να το αγγίξεις, και αν κοιτάξεις έξω δεν μπορείς να δεις τίποτα. Θα έλεγες ότι δεν είναι και τόσο κακό, δε βλέπεις έξω τα σκελετωμένα κουφάρια των κτιρίων, δε σε λούζει το άρρωστο κιτρινωπό φως, κι έτσι δε σκέφτεσαι τι έβλεπες κάποτε από το σπίτι σου, από το παράθυρό σου, δε σκέφτεσαι εκείνες τις γλυκές καλοκαιρινές νύχτες που καθόσουν στο μικρό μπαλκονάκι, ο σκύλος ξαπλωμένος στα πόδια σου, κι έπινες το τσάι σου, το ποτό σου, κάπνιζες και άφηνες το δροσερό αέρα να σου χαϊδεύει το πρόσωπο. Μα αυτή η ησυχία δε λέει να σπάσει με τίποτα κι αυτό το σιωπηλό σκοτάδι το μόνο που φέρνει στο νου είναι ο θάνατος.
Ο μικρός Όσκαρ. Σου τον έφεραν μια μέρα όταν ήσουν ακόμη παιδί, κι εσύ δεν μπορούσες να πιστέψεις στα μάτια σου, δεν άφηνες ούτε λεπτό το μαλλιαρό κουταβάκι με τα γαλάζια μάτια, τον έπαιρνες αγκαλιά, τον έβαζες στο κρεββάτι σου, κι ας φώναζε η μαμά, καλός φιλαράκος, δεν παραπονιόταν ποτέ, κι έπαιζε μαζί σου, ακόμα κι αν καμιά φορά τον πονούσες ή τον κούραζες πολύ. Ο μεγάλος Όσκαρ. Που ήρθε μαζί σου όταν πήγες να μείνεις μόνος σου και περνούσε την ώρα του κλαψουρίζοντας στο μπαλκόνι και κοιτάζοντας τα σκυλιά από κάτω, που άρχισε σιγά σιγά να γερνάει και δεν μπορούσε να κρατηθεί μέχρι να πάει βόλτα, κατουρούσε στο μπαλκόνι, στο σπίτι, στη σκάλα, του θύμωνες, του φώναζες, αλλά τελικά πάντα ήξερες ότι έπρεπε να τον συγχωρέσεις. Που μια μέρα κόπηκε το λουρί του κι αυτός από τη χαρά του άρχισε να τρέχει στην κατηφόρα, μ’ εσένα από πίσω, ώσπου δεν τον έβλεπες άλλο, κι έκατσες εκεί, στο ίδιο σημείο, μέχρι να νυχτώσει, αλλά δε φάνηκε ποτέ, ώσπου μια εβδομάδα μετά, κι ενώ είχες φάει τον κόσμο να ψάχνεις, τον βρήκες σ’ ένα άδειο οικόπεδο. Ο μικρός Όσκαρ, που μέσα στον πανικό του είχε βρεθεί κάτω από τις ρόδες ενός φορτηγού.
Θέλω να κοιμηθώ. Είχα πιστέψει ότι θα ήταν εύκολο, αλλά ο δρόμος είναι πολύ μακρύς και τα βήματά μου πολύ μικρά και τα φαντάσματα περπατάνε δίπλα μου και νιώθω σαν να τα κουβαλάω μαζί μου. Φοβάμαι όμως. Τι θα συμβεί αν κλείσω τα μάτια μου;
Κοιμήσου, φτωχέ Μεσσία. Μη φοβάσαι. Τα φαντάσματα εδώ είναι αληθινά, ζουν στους έρημους δρόμους και πίσω από τους γκρεμισμένους τοίχους και όχι στα όνειρα. Δε θα σε ενοχλήσουν στον ύπνο σου.
Να κοιμηθώ. Κι αν ονειρευτώ μια καλοκαιρινή βροχή, ένα συννεφιασμένο ουρανό, ακόμα κι έναν καυτό ήλιο, που τόσο μισούσα κάποτε, δε θα ήταν και τόσο άσχημα.
Η βροχή – έχει σταματήσει η βροχή, αλλά ακόμα στάζει από τη στέγη, στο πεζούλι μπροστά στα πόδια σου. Υπέροχη καλοκαιρινή βροχή. Ο ίδιος ο αέρας λάμπει, ο αέρας που μυρίζει γρασίδι, χώμα και καλοκαιρινά λουλούδια. Στέκεσαι στην πόρτα και κοιτάζεις έξω – υπέροχη εξοχή – και μια σταγόνα πέφτοντας περνάει μπροστά από τον ήλιο και γεμίζει τα μάτια σου φως. Και πίσω απ’ το φως, εμφανίζεται σαν άγγελος, τα μαλλιά της μούσκεμα, τα μάτια της γκρίζα και θλιμμένα κι απόκοσμα όμορφα, λες κι όλη η θλίψη του κόσμου έχει μαζευτεί από πίσω τους και λάμπει με ένα υπέροχο γκρίζο φως, τόσο τρομακτικό, κι όμως ταυτόχρονα τόσο μαγευτικό. Κι όπως πάντα, νιώθεις την καρδιά σου να αλλάζει ρυθμό, οι λέξεις κολλάνε στον ουρανίσκο σου κι αναρωτιέσαι από πού να βγαίνει όλη αυτή η θλίψη και λες θα της μιλήσω, θα τη ρωτήσω, μπορεί να θέλει να το συζητήσει μαζί μου, αλλά πάντα την επόμενη φορά.

Δεν ξέρω πια πόσος καιρός έχει περάσει. Έχω σκεφτεί μήπως τελικά περπατάω σε κύκλους, αλλά ποτέ δεν έχω συναντήσει τα ίχνη μου και ξέρω ότι τίποτα δεν μπορεί να τα έχει σβήσει. Κι έτσι συνεχίζω το δρόμο μου, βήμα με βήμα, και με κάθε βήμα τα πόδια μου γίνονται όλο και πιο βαριά, αλλά πρέπει να προχωρήσω. Κι όταν τελικά φτάσω, θα το καταλάβω.
Δε φοβάμαι πια να κλείσω τα μάτια. Κάποιες στιγμές τους αποζητώ, για να απαλύνουν την απάνθρωπη μοναξιά μου. Καμία φορά όμως μπορεί να δω κάποιο πρόσωπο γνώριμο και τότε θα προσπαθήσει να μου μιλήσει. Μα μόλις δω να με πλησιάζει, ανοίγω αμέσως τα μάτια μου διάπλατα, γιατί ξέρω ότι η καρδιά μου δε θα το αντέξει.
Ώσπου ξαφνικά το κτίριο βρίσκεται μπροστά μου, με τους μεταλλικούς τοίχους του ξεφλουδισμένους σαν καμμένο δέρμα και ξέρω πια ότι έχω φτάσει στο τέρμα του δρόμου μου. Ψαχουλεύω αφηρημένος την τσάντα στην πλάτη μου και νιώθω το περιεχόμενό της.
Και τώρα που ήρθε η στιγμή που περίμενα τόσο καιρό, έχω ξεχάσει πια τι πρέπει να κάνω.
Δώσε ζωή, Μεσσία. Περπατούσαν μαζί σου στους έρημους δρόμους, κοιμόντουσαν δίπλα σου στα μισογκρεμισμένα σπίτια. Περίμεναν να έρθεις. Δώσε τους ζωή.
Δε θυμάμαι καν αν ετούτο το πράγμα που κουβαλώ στην πλάτη μου θα καθαρίσει απλώς τη μολυσμένη γη και θα διώξει την κίτρινη αρρώστια από τον αέρα, ή αν θα τους δώσει πίσω και τη ζωή που τους απομένει. Κι όσο κι αν η λογική μού λέει ότι αυτό δε γίνεται, ήταν τόσο καιρό μαζί μου – τους γνωρίζω πια όλους, έναν προς έναν – που το μόνο που θα ήθελα είναι να τους δώσω πίσω αυτό που τους στερήθηκε.
Κοίταξε γύρω σου. Μήπως βλέπεις τη στάχτη να σηκώνεται από το έδαφος; Όχι πολύ, λίγους πόντους μονάχα. Δε νιώθεις κάτι να χαϊδεύει το ιδρωμένο μετωπό σου; Κι αν προσέξεις πολύ, αν κλείσεις τα μάτια και συγκεντρωθείς, θα ακούσεις κάτι να θροΐζει στην άκρη του μυαλού σου.
Μπορεί στ’ αλήθεια να φυσάει; Είχαν τόσο πολύ συνηθίσει τα αυτιά μου στη σιωπή, το δέρμα και τα μάτια μου στην ακινησία που δεν μπορώ να είμαι σίγουρος πια.
Είχαν συνηθίσει τόσο πολύ που πονάει.
Μην ανοίξεις τα μάτια σου.
Μα ακόμα κι ο πόνος αυτός δεν είναι παρά μια μακρινή σκιά στη συνείδησή μου, χαμένος σε μια θάλασσα από φαντάσματα που στέκονται μπροστά μου και με κοιτάζουν, με κοιτάζουν και περιμένουν. Και είναι όλοι τους τόσο ήρεμοι, γαλήνιοι. Σχεδόν ευτυχισμένοι, θα έλεγες. Τόσο όμορφοι. Τόσο νέοι.
Θεέ μου, δεν έχουν αλλάξει καθόλου.
Καλοκαίρι, στην παραλία – πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε – καθόσουν στην άμμο, βράδυ, κοιτούσες τα μαύρα νερά, ο αέρας κουβαλούσε λίγη από τη μυρωδιά του λιμανιού, όχι πολλή, μόνο να σου θυμίζει πού βρίσκεσαι. Η θάλασσα φτιαγμένη από σκοτάδι και η ίδια, δεν έχει φεγγάρι απόψε, τα μάτια σου κολλημένα πάνω της, η σκέψη σου πλέει στα νερά της, δεν κολυμπάει, απλώς αφήνει το απαλό κυματάκι να την παρασύρει. Και αφήνεις να σε πάρει μαζί της, τα μάτια σου κοιτούν αλλά δε βλέπουν πια, μόνο έρχονται παράξενες λέξεις στο μυαλό σου, έρωτας, ζωή, θάνατος, δεν ξέρεις γιατί, δεν είσαι καν σίγουρος αν ξέρεις τι σημαίνουν στ’ αλήθεια, μα τις έχεις σκεφτεί τόσες φορές κι ας είσαι ακόμα δεκάξι χρονών. Κι έτσι τυφλός όπως είσαι, δεν την βλέπεις, δεν καταλαβαίνεις από πού ήρθε, μα έρχεται και κάθεται δίπλα σου, πάνω στην άμμο, κι ας μπαίνει κάτω από τη φούστα της, γυρίζεις και τη βλέπεις στο λιγοστό φως της ξάστερης νύχτας, λευκή και ασημένια, γλιστράει το χέρι της στο δικό σου και μένετε έτσι, ακίνητοι, αμίλητοι και το μόνο που ακούς είναι το κύμα να ψιθυρίζει στα γυμνά δάχτυλα των ποδιών της. Και τη θυμάσαι να γέρνει το κεφάλι της πάνω στον ώμο σου, να χαϊδεύεις τα μαλλιά της κι έπειτα να σκύβεις προς το μέρος της και τα πρόσωπά σας έρχονται τόσο κοντά, μπορείς να αναπνεύσεις την ίδια της την ανάσα, και τότε, για μία μοναδική φορά, ακουμπάει τα χείλη της στα δικά σου και σε φιλάει και όλες αυτές οι λέξεις που σκεφτόσουν πριν, έρωτας, ζωή, θάνατος, ξέρεις πια τι σημαίνουν. Και όσο και αν σκεφτείς δεν μπορείς να θυμηθείς το όνομά της.
Τόσα γνώριμα πρόσωπα, με κοιτάζουν σιωπηλά, μα δε χρειάζεται να πουν κάτι, γιατί όλα αυτά που δε θα ξανάρθουν ποτέ βρίσκονται μες στα μάτια τους.
Δεν είσαι Μεσσίας. Δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα. Το δέρμα σου μαυρίζει, φουσκαλιάζει και σκάει και το μόνο που μπορείς πια να κάνεις είναι να μείνεις έτσι, ακίνητος, τα μάτια σου κλειστά, να μη νιώσεις και να μη δεις τίποτα.
Ο πόνος έχει μεγαλώσει, νιώθω το δέρμα μου να καίγεται ολόκληρο, να ξεκολλάει και να πέφτει, μα όλα είναι τόσο μακρινά πια και τόσο ξένα που δεν έχει σημασία. Ετοιμάζονται να με καλωσορίσουν.
Και τώρα που θα μου μιλήσουν δεν μπορώ πια να ανοίξω τα μάτια μου.














Αύγουστος 2009