Ώστε θες να πας πίσω. Μα κανείς δεν έχει πατήσει το πόδι του εκεί πέρα εδώ και είκοσι χρόνια και μόνο οι ραδιενεργοί άνεμοι σηκώνουν κι ανασκαλεύουν πού και πού τη σκόνη, τη σκόνη αυτών που έχουν τελειώσει για πάντα, για να μην καθίσει και σκεπάσει τις χιλιάδες ζωές που πέρασαν από κει.
Πρέπει να πας, το ξέρω. Εσύ άλλωστε δεν πρέπει να φοβάσαι. Δεν μπορείς να πάθεις τίποτα πια. Κι ίσως μπορέσεις, αν φυσήξεις μια χούφτα χώμα ανάμεσα στα δάχτυλά σου, να δώσεις με την ανάσα σου και πάλι ζωή στη νεκρή στάχτη. Ίσως, ποιος ξέρει, ίσως δεις φυλλαράκια να ξεπηδούν από τους γκρίζους κορμούς, και ίσως σιγά σιγά ξανακούσεις φωνές στους άδειους δρόμους και μπορεί να ξαναδείς φώτα να ανάβουν πίσω από τα σπασμένα παράθυρα.
Κι αν πάλι δεν τα καταφέρεις; Δεν πειράζει και τόσο, έτσι δεν είναι;
Το τείχος που είχαν χτίσει γύρω – γύρω, τα φυλάκια… κανείς δε βρίσκεται εδώ πια. Ποιος να πλησιάσει άλλωστε; Όλα είναι ακίνητα. Θεέ μου πώς γίνεται να είναι όλα τόσο ακίνητα, πώς γίνεται να μην ακούγεται τίποτα; Όλα είναι σιωπηλά και κίτρινα. Ακόμα και ο ουρανός εδώ έχει άλλο χρώμα, κίτρινος σαν τις σελίδες παλιού βιβλίου, και τα κτίρια είναι πια όλα ίδια, μολυσμένα κι αυτά από την ίδια ασθένεια, αυτόν τον ίκτερο που σκότωσε τον ουρανό και το μόνο που ξεχωρίζει στην απέραντη χλωμή μονοτονία είναι η σταχτιά σκόνη που σκεπάζει το έδαφος.
Σε περίμενε. Στήσε το αυτί σου και αφουγκράσου. Τίποτα. Ακόμα και τα βήματά σου σβήνουν πάνω στη στάχτη. Κι ο αέρας είναι εντελώς ακίνητος. Κοίταξε. Ούτε ένας κόκκος σκόνης δε σηκώνεται από το έδαφος. Δε νιώθεις τίποτα να αγγίζει το ιδρωμένο πρόσωπό σου. Σε περίμενε. Ο χρόνος έχει σταματήσει. Περιμένει εσένα να τον ξεκινήσεις και πάλι.
Μοιάζουν τόσο αλλόκοτοι αυτοί οι άδειοι δρόμοι. Αν κλείσω τα μάτια τούς βλέπω να ζωντανεύουν μπροστά μου. Και είναι παράξενο, αλλά δεν ξέρω τι με τρομάζει πιο πολύ. Η νεκρή απεραντοσύνη – ή τα χιλιάδες πρόσωπα που εμφανίζονται πίσω από τα κλειστά βλέφαρά μου; Γιατί, με κάποιο τρόπο, ξέρω ότι αυτά τα πρόσωπα στ’ αλήθεια ήταν εκεί – κι ας μην τα είχα γνωρίσει ποτέ.
Κι έτσι αποφασίζω να προχωρήσω, τα μάτια μου ορθάνοιχτα, γουρλωμένα σαν του ψαριού, προσπαθώντας να μη βλεφαρίζω καν, γιατί τα νεκρά τους πρόσωπα περιμένουν να ξεπηδήσουν μέσα από το στιγμιαίο σκοτάδι. Ο ιδρώτας στάζει από το μέτωπό μου και γυρίζω να κοιτάξω τον ουρανό, μα ο νεκρός ήλιος απλώς στέκεται εκεί χωρίς να ζεσταίνει στο ελάχιστο το πρόσωπό μου.
Δεν πρέπει να φοβάσαι να κλείσεις τα μάτια σου. Άλλωστε σε λίγο θα τους βλέπεις παντού, στο φως της ημέρας, με τα μάτια ανοικτά. Δεν πρέπει να τους φοβάσαι. Είναι η ζωή που βρίσκεται θαμμένη κάτω από τη γκρίζα στάχτη και κρύβεται στο θολό κίτρινο φως. Είναι αυτό που πρέπει να δώσεις πίσω και κάπου μέσα τους βρίσκεσαι κι εσύ.
Δεν ξέρω γιατί, μα τους φοβάμαι τόσο πολύ.
Είναι η δύναμή σου. Θα το συνηθίσεις.
Κι όσο φοβάμαι τα πολύβουα οράματά μου, άλλο τόσο αυτή η φρικτή σιωπή μου τρυπάει τα αυτιά. Κλωτσάω ένα σκουπίδι στο δρόμο κι αυτό τσουλάει και χώνεται στη στάχτη χωρίς τον παραμικρό θόρυβο. Σκύβω και το μαζεύω. Ένα μπουκάλι μπύρας. Το πετάω μακριά. Τίποτα. Ας ακουγόταν επιτέλους ένας ήχος σε τούτη την παγωμένη στο χρόνο ερημιά.
Δεκαπέντε χρονών, μια δροσερή καλοκαιρινή βραδιά, τριγυρνάτε άσκοπα στους δρόμους κι ο περιπτεράς έχει ξεχάσει δυο καφάσια με μπύρες, αφύλακτα, τις παίρνετε και τρέχετε στο πάρκο, ζεστές όπως είναι, κάθεστε εκεί μέχρι το πρωί και είναι στ’ αλήθεια η καλύτερη βραδιά της ζωής σας. Κι αυτό το κάνετε ξανά και ξανά, όχι βέβαια πια με κλεμμένες μπύρες, μα πάντα κάτι λείπει, ξέρετε ότι καμία βραδιά δε θα ξαναείναι σαν εκείνη. Και όσο περνάει ο καιρός, δεν είστε πια όλοι, κάποιοι λέει βρίσκουν κοπέλες, μεγαλώνουν, αλλάζουν, κάποιοι απλά σιγά σιγά χάνονται χωρίς να μάθεις ποτέ τίποτα, ώσπου μένεις μόνο εσύ, το αιώνιο παιδί, να κάθεσαι μόνος σου το βράδυ στο πάρκο, με το μπουκάλι σου πάντα στο χέρι, να κοιτάς τον ουρανό κι ο ουρανός να ανασαίνει δροσιά στο πρόσωπό σου και τότε είναι που ορκίστηκες, στο μεγάλο ασημένιο μάτι του Θεού που σε κοίταζε από ψηλά, ότι θα γίνεις κάτι σπουδαίο και δε θα αφήσεις τη ζωή σου να περάσει σαν να μην υπήρξες ποτέ.
Σκέφτεται κανείς διάφορα όταν είναι μικρός, χωρίς να ξέρει καλά–καλά τι σημαίνουν. Πώς όμως κάποια πράγματα φαντάζουν τόσο σπουδαία μόνο και μόνο επειδή συνέβησαν κάποτε. Και όχι τώρα.
Είναι μακριά και κουραστική αυτή η διαδρομή. Πόσο μεγαλύτερη είναι η άδεια πόλη! Και τα βήματα δείχνουν να μη σε πηγαίνουν πουθενά.
Βράδιασε πια. Έχω κουραστεί. Τα βήματά μου έχουν γίνει ένα άγαρμπο σούρσιμο κι αφήνω πίσω μου μια γραμμή σαν φίδι πάνω στην άμμο. Δεν το ήξερα ότι θα έπαιρνε τόσο πολύ.
Δε φυσάει καθόλου. Δεν έχει φυσήξει καθόλου. Κι όμως, παρόλ’ αυτά, ο αέρας είναι δροσερός. Δεν προλαβαίνει να ζεσταθεί από τον άρρωστο ήλιο. Ίσως πρέπει να ξεκουραστώ. Το ξέρω ότι θα μπορούσα να ξαπλώσω εδώ που βρίσκομαι, πάνω στη μαλακή στάχτη, τίποτα δεν μπορεί να με ενοχλήσει σε αυτόν τον κόσμο, γεμάτο από αγάλματα και σκιές. Είναι όμως τόσο δυνατή η συνήθεια, τόσο μεγάλη η ανάγκη για κάτι γνώριμο, και βλέπω μπροστά μου τα άδεια παράθυρα, κι ακόμα κι έτσι, άχρωμα και σπασμένα, με καλούν να εγκατασταθώ πίσω από ένα από αυτά. Μπορεί κιόλας να έχω ζήσει σε κάποιο από τούτα τα σπίτια. Πίστευα ότι θα το αναγνώριζα αμέσως μόλις το έβλεπα, αλλά τώρα πια μοιάζουν όλα τόσο ίδια που δεν ξέρω. Κι αν – για μια μόνο στιγμή – κλείσω τα μάτια, μπορώ να δω το γαλαζωπό φως να τρεμοπαίζει πίσω από τα τζάμια.
Πόσες φορές, γυρίζοντας σπίτι σου κάποιο βράδυ, δεν είδες αυτό το τρεμουλιαστό φως στο παράθυρο του σπιτιού; Και, μπαίνοντας μέσα, τον έβλεπες εκεί, ανταλλάζατε έναν χαιρετισμό, αλλά ποτέ δεν βρίσκατε κάτι περισσότερο να πείτε, κι έτσι έμενες λίγα λεπτά εκεί από πάνω του, πριν πας στο δωμάτιό σου, αυτός να κοιτάζει την τηλεόραση χωρίς να βλέπει στ’ αλήθεια, με το βλέμμα κάποιου που έχει φτάσει πια τα πενήντα και ξέρει ότι και τα πενήντα αυτά χρόνια έχουν πάει στράφι και κάθεται το Σάββατο βράδυ μπροστά στην τηλεόραση μόνο και μόνο για να μην πάει για ύπνο νωρίς, όπως κάθε μέρα εδώ και δεκαετίες. Και, πολλά χρόνια αργότερα, σε κάποια άλλη τηλεόραση, σε κάποιο άλλο δωμάτιο, πολύ μακριά από δω, μήπως δεν ήσουν εσύ αυτός που, καθισμένος στον καναπέ, με το ίδιο ακριβώς βλέμμα στο πρόσωπό σου, έλεγες στον εαυτό σου, δεν πειράζει, είσαι κουρασμένος, θα βρεις κάποια άλλη στιγμή να κάνεις αυτά που ονειρεύεσαι;
Το φως είναι πια λιγοστό και δεν μπορώ να δω καλά μέσα στο σπίτι, αλλά ίσως και να είναι καλύτερα έτσι. Γιατί ακόμα και στο μισοσκόταδο μπορώ να διακρίνω τα φλιτζάνια στο τραπέζι, ένα τασάκι και το τηλεκοντρόλ πάνω στον καναπέ, μοιάζει λες και το σπίτι κατοικείται κανονικά, μόνο που όλα έχουν παγώσει στη μέση μιας κίνησης και σε λίγο θα δω τα φλιτζάνια να ανασηκώνονται και το τηλεκοντρόλ να αλλάζει και πάλι κανάλια στην τηλεόραση, λες κι η ζωή βρίσκεται απλά σε ένα διάλειμμα. Μόνο που το διάλειμμα έχει κρατήσει είκοσι χρόνια πια και το μόνο που κινείται πού και πού εδώ μέσα είναι η σκόνη που προσπαθεί να κρύψει τα πάντα.
Τη νύχτα είναι πιο τρομακτικά. Το σκοτάδι είναι βαθύ, πυκνό, σχεδόν μπορείς να το αγγίξεις, και αν κοιτάξεις έξω δεν μπορείς να δεις τίποτα. Θα έλεγες ότι δεν είναι και τόσο κακό, δε βλέπεις έξω τα σκελετωμένα κουφάρια των κτιρίων, δε σε λούζει το άρρωστο κιτρινωπό φως, κι έτσι δε σκέφτεσαι τι έβλεπες κάποτε από το σπίτι σου, από το παράθυρό σου, δε σκέφτεσαι εκείνες τις γλυκές καλοκαιρινές νύχτες που καθόσουν στο μικρό μπαλκονάκι, ο σκύλος ξαπλωμένος στα πόδια σου, κι έπινες το τσάι σου, το ποτό σου, κάπνιζες και άφηνες το δροσερό αέρα να σου χαϊδεύει το πρόσωπο. Μα αυτή η ησυχία δε λέει να σπάσει με τίποτα κι αυτό το σιωπηλό σκοτάδι το μόνο που φέρνει στο νου είναι ο θάνατος.
Ο μικρός Όσκαρ. Σου τον έφεραν μια μέρα όταν ήσουν ακόμη παιδί, κι εσύ δεν μπορούσες να πιστέψεις στα μάτια σου, δεν άφηνες ούτε λεπτό το μαλλιαρό κουταβάκι με τα γαλάζια μάτια, τον έπαιρνες αγκαλιά, τον έβαζες στο κρεββάτι σου, κι ας φώναζε η μαμά, καλός φιλαράκος, δεν παραπονιόταν ποτέ, κι έπαιζε μαζί σου, ακόμα κι αν καμιά φορά τον πονούσες ή τον κούραζες πολύ. Ο μεγάλος Όσκαρ. Που ήρθε μαζί σου όταν πήγες να μείνεις μόνος σου και περνούσε την ώρα του κλαψουρίζοντας στο μπαλκόνι και κοιτάζοντας τα σκυλιά από κάτω, που άρχισε σιγά σιγά να γερνάει και δεν μπορούσε να κρατηθεί μέχρι να πάει βόλτα, κατουρούσε στο μπαλκόνι, στο σπίτι, στη σκάλα, του θύμωνες, του φώναζες, αλλά τελικά πάντα ήξερες ότι έπρεπε να τον συγχωρέσεις. Που μια μέρα κόπηκε το λουρί του κι αυτός από τη χαρά του άρχισε να τρέχει στην κατηφόρα, μ’ εσένα από πίσω, ώσπου δεν τον έβλεπες άλλο, κι έκατσες εκεί, στο ίδιο σημείο, μέχρι να νυχτώσει, αλλά δε φάνηκε ποτέ, ώσπου μια εβδομάδα μετά, κι ενώ είχες φάει τον κόσμο να ψάχνεις, τον βρήκες σ’ ένα άδειο οικόπεδο. Ο μικρός Όσκαρ, που μέσα στον πανικό του είχε βρεθεί κάτω από τις ρόδες ενός φορτηγού.
Θέλω να κοιμηθώ. Είχα πιστέψει ότι θα ήταν εύκολο, αλλά ο δρόμος είναι πολύ μακρύς και τα βήματά μου πολύ μικρά και τα φαντάσματα περπατάνε δίπλα μου και νιώθω σαν να τα κουβαλάω μαζί μου. Φοβάμαι όμως. Τι θα συμβεί αν κλείσω τα μάτια μου;
Κοιμήσου, φτωχέ Μεσσία. Μη φοβάσαι. Τα φαντάσματα εδώ είναι αληθινά, ζουν στους έρημους δρόμους και πίσω από τους γκρεμισμένους τοίχους και όχι στα όνειρα. Δε θα σε ενοχλήσουν στον ύπνο σου.
Να κοιμηθώ. Κι αν ονειρευτώ μια καλοκαιρινή βροχή, ένα συννεφιασμένο ουρανό, ακόμα κι έναν καυτό ήλιο, που τόσο μισούσα κάποτε, δε θα ήταν και τόσο άσχημα.
Η βροχή – έχει σταματήσει η βροχή, αλλά ακόμα στάζει από τη στέγη, στο πεζούλι μπροστά στα πόδια σου. Υπέροχη καλοκαιρινή βροχή. Ο ίδιος ο αέρας λάμπει, ο αέρας που μυρίζει γρασίδι, χώμα και καλοκαιρινά λουλούδια. Στέκεσαι στην πόρτα και κοιτάζεις έξω – υπέροχη εξοχή – και μια σταγόνα πέφτοντας περνάει μπροστά από τον ήλιο και γεμίζει τα μάτια σου φως. Και πίσω απ’ το φως, εμφανίζεται σαν άγγελος, τα μαλλιά της μούσκεμα, τα μάτια της γκρίζα και θλιμμένα κι απόκοσμα όμορφα, λες κι όλη η θλίψη του κόσμου έχει μαζευτεί από πίσω τους και λάμπει με ένα υπέροχο γκρίζο φως, τόσο τρομακτικό, κι όμως ταυτόχρονα τόσο μαγευτικό. Κι όπως πάντα, νιώθεις την καρδιά σου να αλλάζει ρυθμό, οι λέξεις κολλάνε στον ουρανίσκο σου κι αναρωτιέσαι από πού να βγαίνει όλη αυτή η θλίψη και λες θα της μιλήσω, θα τη ρωτήσω, μπορεί να θέλει να το συζητήσει μαζί μου, αλλά πάντα την επόμενη φορά.
Δεν ξέρω πια πόσος καιρός έχει περάσει. Έχω σκεφτεί μήπως τελικά περπατάω σε κύκλους, αλλά ποτέ δεν έχω συναντήσει τα ίχνη μου και ξέρω ότι τίποτα δεν μπορεί να τα έχει σβήσει. Κι έτσι συνεχίζω το δρόμο μου, βήμα με βήμα, και με κάθε βήμα τα πόδια μου γίνονται όλο και πιο βαριά, αλλά πρέπει να προχωρήσω. Κι όταν τελικά φτάσω, θα το καταλάβω.
Δε φοβάμαι πια να κλείσω τα μάτια. Κάποιες στιγμές τους αποζητώ, για να απαλύνουν την απάνθρωπη μοναξιά μου. Καμία φορά όμως μπορεί να δω κάποιο πρόσωπο γνώριμο και τότε θα προσπαθήσει να μου μιλήσει. Μα μόλις δω να με πλησιάζει, ανοίγω αμέσως τα μάτια μου διάπλατα, γιατί ξέρω ότι η καρδιά μου δε θα το αντέξει.
Ώσπου ξαφνικά το κτίριο βρίσκεται μπροστά μου, με τους μεταλλικούς τοίχους του ξεφλουδισμένους σαν καμμένο δέρμα και ξέρω πια ότι έχω φτάσει στο τέρμα του δρόμου μου. Ψαχουλεύω αφηρημένος την τσάντα στην πλάτη μου και νιώθω το περιεχόμενό της.
Και τώρα που ήρθε η στιγμή που περίμενα τόσο καιρό, έχω ξεχάσει πια τι πρέπει να κάνω.
Δώσε ζωή, Μεσσία. Περπατούσαν μαζί σου στους έρημους δρόμους, κοιμόντουσαν δίπλα σου στα μισογκρεμισμένα σπίτια. Περίμεναν να έρθεις. Δώσε τους ζωή.
Δε θυμάμαι καν αν ετούτο το πράγμα που κουβαλώ στην πλάτη μου θα καθαρίσει απλώς τη μολυσμένη γη και θα διώξει την κίτρινη αρρώστια από τον αέρα, ή αν θα τους δώσει πίσω και τη ζωή που τους απομένει. Κι όσο κι αν η λογική μού λέει ότι αυτό δε γίνεται, ήταν τόσο καιρό μαζί μου – τους γνωρίζω πια όλους, έναν προς έναν – που το μόνο που θα ήθελα είναι να τους δώσω πίσω αυτό που τους στερήθηκε.
Κοίταξε γύρω σου. Μήπως βλέπεις τη στάχτη να σηκώνεται από το έδαφος; Όχι πολύ, λίγους πόντους μονάχα. Δε νιώθεις κάτι να χαϊδεύει το ιδρωμένο μετωπό σου; Κι αν προσέξεις πολύ, αν κλείσεις τα μάτια και συγκεντρωθείς, θα ακούσεις κάτι να θροΐζει στην άκρη του μυαλού σου.
Μπορεί στ’ αλήθεια να φυσάει; Είχαν τόσο πολύ συνηθίσει τα αυτιά μου στη σιωπή, το δέρμα και τα μάτια μου στην ακινησία που δεν μπορώ να είμαι σίγουρος πια.
Είχαν συνηθίσει τόσο πολύ που πονάει.
Μην ανοίξεις τα μάτια σου.
Μα ακόμα κι ο πόνος αυτός δεν είναι παρά μια μακρινή σκιά στη συνείδησή μου, χαμένος σε μια θάλασσα από φαντάσματα που στέκονται μπροστά μου και με κοιτάζουν, με κοιτάζουν και περιμένουν. Και είναι όλοι τους τόσο ήρεμοι, γαλήνιοι. Σχεδόν ευτυχισμένοι, θα έλεγες. Τόσο όμορφοι. Τόσο νέοι.
Θεέ μου, δεν έχουν αλλάξει καθόλου.
Καλοκαίρι, στην παραλία – πόσα χρόνια έχουν περάσει από τότε – καθόσουν στην άμμο, βράδυ, κοιτούσες τα μαύρα νερά, ο αέρας κουβαλούσε λίγη από τη μυρωδιά του λιμανιού, όχι πολλή, μόνο να σου θυμίζει πού βρίσκεσαι. Η θάλασσα φτιαγμένη από σκοτάδι και η ίδια, δεν έχει φεγγάρι απόψε, τα μάτια σου κολλημένα πάνω της, η σκέψη σου πλέει στα νερά της, δεν κολυμπάει, απλώς αφήνει το απαλό κυματάκι να την παρασύρει. Και αφήνεις να σε πάρει μαζί της, τα μάτια σου κοιτούν αλλά δε βλέπουν πια, μόνο έρχονται παράξενες λέξεις στο μυαλό σου, έρωτας, ζωή, θάνατος, δεν ξέρεις γιατί, δεν είσαι καν σίγουρος αν ξέρεις τι σημαίνουν στ’ αλήθεια, μα τις έχεις σκεφτεί τόσες φορές κι ας είσαι ακόμα δεκάξι χρονών. Κι έτσι τυφλός όπως είσαι, δεν την βλέπεις, δεν καταλαβαίνεις από πού ήρθε, μα έρχεται και κάθεται δίπλα σου, πάνω στην άμμο, κι ας μπαίνει κάτω από τη φούστα της, γυρίζεις και τη βλέπεις στο λιγοστό φως της ξάστερης νύχτας, λευκή και ασημένια, γλιστράει το χέρι της στο δικό σου και μένετε έτσι, ακίνητοι, αμίλητοι και το μόνο που ακούς είναι το κύμα να ψιθυρίζει στα γυμνά δάχτυλα των ποδιών της. Και τη θυμάσαι να γέρνει το κεφάλι της πάνω στον ώμο σου, να χαϊδεύεις τα μαλλιά της κι έπειτα να σκύβεις προς το μέρος της και τα πρόσωπά σας έρχονται τόσο κοντά, μπορείς να αναπνεύσεις την ίδια της την ανάσα, και τότε, για μία μοναδική φορά, ακουμπάει τα χείλη της στα δικά σου και σε φιλάει και όλες αυτές οι λέξεις που σκεφτόσουν πριν, έρωτας, ζωή, θάνατος, ξέρεις πια τι σημαίνουν. Και όσο και αν σκεφτείς δεν μπορείς να θυμηθείς το όνομά της.
Τόσα γνώριμα πρόσωπα, με κοιτάζουν σιωπηλά, μα δε χρειάζεται να πουν κάτι, γιατί όλα αυτά που δε θα ξανάρθουν ποτέ βρίσκονται μες στα μάτια τους.
Δεν είσαι Μεσσίας. Δεν μπορείς να αλλάξεις τίποτα. Το δέρμα σου μαυρίζει, φουσκαλιάζει και σκάει και το μόνο που μπορείς πια να κάνεις είναι να μείνεις έτσι, ακίνητος, τα μάτια σου κλειστά, να μη νιώσεις και να μη δεις τίποτα.
Ο πόνος έχει μεγαλώσει, νιώθω το δέρμα μου να καίγεται ολόκληρο, να ξεκολλάει και να πέφτει, μα όλα είναι τόσο μακρινά πια και τόσο ξένα που δεν έχει σημασία. Ετοιμάζονται να με καλωσορίσουν.
Και τώρα που θα μου μιλήσουν δεν μπορώ πια να ανοίξω τα μάτια μου.
Αύγουστος 2009